Η τελευταία νύχτα του Σωκράτη και του Χριστού μέσα στην ψυχή ενός ανθρώπου.
Δεν ξέρω αν αυτό το κείμενο γεννήθηκε από σκέψη ή από πληγή. Όσο το έγραφα, ένιωθα πως δεν κρατούσα απλώς λέξεις αλλά κομμάτια από τη σάρκα και την ψυχή μου. Σαν να καθόμουν νύχτες ολόκληρες μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο ακούγοντας δύο αναπνοές να αντηχούν μέσα στην ύπαρξή μου: την ήρεμη αναπνοή ενός γέροντα που ετοιμάζεται να πιει το κώνειο και τη βαριά, πληγωμένη ανάσα ενός Θεού που ιδρώνει με αίμα μέσα στη Γεθσημανή.
Και κάπου ανάμεσά τους στεκόμουν εγώ.

