Μαρτυρία ενός αόρατου γεωργού· για τον σπόρο που ποτίστηκε με δάκρυ και τον Θεό που δεν λησμονεί την υπομονή.
Μέρος πρώτο
Εγώ είμαι ο αμπελουργός, ο κρυφός καλλιεργητής της γης των παιδιών, της ψυχής που εμπιστεύθηκε ο Κύριος στα χέρια μου. Και άρχισα να σπείρω, με δάκρυα που με έκαιγαν πιο πολύ από τον ήλιο, με σιωπές που κράταγαν πιο πολύ από λόγια. Δεν ήξερα αν θα φυτρώσουν ποτέ οι σπόροι. Αλλά τους έσπειρα όπως έμαθα από τη γιαγιά μου, που είχε στο εικονοστάσι τη φωτογραφία του παππού και το μπουκαλάκι με το λάδι της Παναγίας.
Η ψυχή του παιδιού είναι γη. Αλλά ποια γη; Μη μου πεις ότι είναι παρθένα. Τη βρήκα ήδη σκαμμένη από τους προγόνους. Άλλος την πότισε με πίκρα, άλλος έσπειρε μανία, άλλος έκοψε κληματίδες σε καιρό που δεν έπρεπε. Τα βάθη της παιδικής ψυχής μοιάζουν με αμπελώνα παλιό, παρατημένο, που πρέπει να ξαναγνωρίσεις από την αρχή.




.jpg)
.jpg)

.jpg)



.webp)

.jpg)
.jpg)




