Κάποτε, μέσα σε μια έρημο δίχως δρόμους, περπατούσα κρατώντας ένα μικρό πήλινο λυχνάρι. Η νύχτα ήταν βαθιά και ο άνεμος πετούσε την άμμο πάνω στα ίχνη μου, σαν να ήθελε να σβήσει κάθε απόδειξη πως είχα περάσει από εκεί. Εγώ όμως προχωρούσα, επειδή πίστευα πως κάπου, πέρα από τους σκοτεινούς αμμόλοφους, υπήρχε ένα μοναστήρι όπου οι άνθρωποι γνώριζαν το μυστικό της καινούργιας αρχής.


