«Εγώ, ο Ηράκλειτος»
Όλα κυλούν. Κι εγώ, ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος, ζω μέσα σε τούτη τη φλόγα που δεν σβήνει, που αλλάζει, που γεννάται κάθε στιγμή και ποτέ δεν είναι η ίδια. Δεν ήρθα να γίνω σοφός για τους άλλους· ήρθα να σωπάσω μπροστά στον ποταμό που ποτέ δεν μπορώ να διαβώ δύο φορές. Γιατί ούτε εγώ θα είμαι ίδιος, ούτε εκείνος. Κι όμως... μέσα σε αυτή τη ροή, μέσα σε αυτή τη διάλυση, εγώ νιώθω πιο αληθινός απ’ όσους κρατιούνται σε βεβαιότητες.


