Η τελευταία νύχτα του Σωκράτη και του Χριστού μέσα στην ψυχή ενός ανθρώπου.
Δεν ξέρω αν αυτό το κείμενο γεννήθηκε από σκέψη ή από πληγή. Όσο το έγραφα, ένιωθα πως δεν κρατούσα απλώς λέξεις αλλά κομμάτια από τη σάρκα και την ψυχή μου. Σαν να καθόμουν νύχτες ολόκληρες μέσα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο ακούγοντας δύο αναπνοές να αντηχούν μέσα στην ύπαρξή μου: την ήρεμη αναπνοή ενός γέροντα που ετοιμάζεται να πιει το κώνειο και τη βαριά, πληγωμένη ανάσα ενός Θεού που ιδρώνει με αίμα μέσα στη Γεθσημανή.
Και κάπου ανάμεσά τους στεκόμουν εγώ.
Όχι ως συγγραφέας.
Όχι ως μελετητής.
Όχι ως άνθρωπος που θέλει να εξηγήσει.
Αλλά ως ψυχή που φοβήθηκε πολύ τον θάνατο για να συνεχίσει να ζει επιφανειακά.
«Το Κύπελλο και το Ποτήριο» δεν είναι φιλοσοφική σύγκριση. Δεν είναι θεολογικό δοκίμιο. Δεν είναι ιστορική ανάλυση. Είναι η προσωπική μου κατάβαση μέσα στην ανθρώπινη νύχτα. Είναι η στιγμή που αναγκάστηκα να σταθώ μόνος ανάμεσα στον Σωκράτη και στον Χριστό και να αναρωτηθώ ποιος είμαι όταν πέσουν όλα τα προσωπεία.
Γιατί πέρασα μεγάλο μέρος της ζωής μου κρυμμένος.
Κρυμμένος πίσω από σκέψεις.
Πίσω από λέξεις.
Πίσω από ρόλους.
Πίσω από την ανάγκη να δείχνω δυνατός.
Αλλά υπάρχουν νύχτες που όλα καταρρέουν. Νύχτες όπου το σώμα τρέμει, η καρδιά βαραίνει και η ψυχή καταλαβαίνει ότι δεν μπορεί πια να ξεφύγει από τα μεγάλα ερωτήματα. Τότε ο άνθρωπος δεν ρωτά μόνο αν υπάρχει αλήθεια. Ρωτά αν υπάρχει κάτι δυνατότερο από τον θάνατο. Αν υπάρχει αγάπη που να μην τελειώνει μέσα σε έναν τάφο.
Εκεί άρχισε αυτό το κείμενο.
Μέσα σε μια τέτοια νύχτα.
Θυμάμαι ακόμη την αίσθηση της παγωνιάς στα δάχτυλα των χεριών μου καθώς διάβαζα την «Απολογία» του Σωκράτη και δίπλα τα Ευαγγέλια των Παθών. Κι ένιωσα ξαφνικά πως οι δύο αυτές μορφές δεν ανήκαν πια στο παρελθόν. Ήταν ζωντανές μέσα μου. Ο ένας μιλούσε στη σκέψη μου. Ο άλλος τραυμάτιζε την καρδιά μου.
Ο Σωκράτης με ανάγκασε να δω πόσο λίγοι άνθρωποι τολμούν να εξετάσουν πραγματικά τη ζωή τους. Με τρόμαξε η ελευθερία του απέναντι στον θάνατο. Η άρνησή του να προδώσει τη συνείδησή του ακόμη κι όταν του πρόσφεραν σωτηρία. Μέσα του είδα το μεγαλείο του ανθρώπινου πνεύματος όταν αρνείται να ζήσει μέσα στο ψέμα.
Κι έπειτα ήρθε ο Χριστός.
Και τότε όλα έγιναν πιο βαθιά και πιο αβάσταχτα.
Γιατί ο Χριστός δεν στάθηκε απέναντι στον θάνατο σαν φιλόσοφος αλλά σαν πληγωμένη αγάπη. Δεν μίλησε μόνο για την αλήθεια. Την ενσάρκωσε. Δεν δίδαξε μόνο τη θυσία. Ματώθηκε μέσα της. Η Γεθσημανή, η σιωπή μπροστά στον Πιλάτο, ο Σταυρός, η κραυγή της εγκατάλειψης… όλα αυτά φώλιασαν μέσα μου όχι σαν ιδέες αλλά σαν ζωντανές πληγές.
Και τότε κατάλαβα κάτι που άλλαξε ολόκληρη την ύπαρξή μου.
Ο άνθρωπος δεν φοβάται μόνο να πεθάνει.
Φοβάται μήπως δεν αγάπησε αρκετά πριν πεθάνει.
Αυτό το κείμενο γεννήθηκε από εκείνον τον φόβο.
Από την ανάγκη μου να μάθω αν η αλήθεια και η αγάπη μπορούν τελικά να συναντηθούν. Αν ο άνθρωπος μπορεί να σωθεί όχι αρνούμενος τη σάρκα του αλλά περνώντας μέσα από την πληγή της ύπαρξής του. Αν η φιλοσοφία αρκεί μπροστά στην απώλεια. Αν η αγάπη είναι πράγματι δυνατότερη από τον θάνατο.
Και όσο έγραφα, συνέβαινε κάτι παράξενο.
Ο Σωκράτης και ο Χριστός άρχισαν να μιλούν μέσα μου.
Όχι σαν λογοτεχνικά πρόσωπα.
Σαν δύο αιώνιες φωνές της ανθρώπινης ιστορίας.
Ο ένας μου έλεγε:
«Μη ζήσεις ανεξέταστα».
Ο άλλος:
«Μη φοβηθείς να αγαπήσεις μέχρι τέλους».
Και ανάμεσα σε αυτές τις δύο φωνές στεκόμουν εγώ, ένας άνθρωπος κουρασμένος, φοβισμένος, διψασμένος για αλήθεια και για λύτρωση μαζί.
Ίσως γι’ αυτό το κείμενο γράφτηκε. Γιατί δεν μπορούσα να κρυφτώ πίσω από ουδέτερες αναλύσεις. Έπρεπε να μπω μέσα στο κείμενο με όλη μου τη γύμνια. Με τη δειλία μου. Με τις αμφιβολίες μου. Με τη λαχτάρα μου να πιστέψω ότι ο θάνατος δεν έχει τον τελευταίο λόγο.
Και τώρα που αυτό το ταξίδι τελείωσε, αισθάνομαι πως δεν έγραψα απλώς ένα λόγο.
Έγραψα τη δική μου εξομολόγηση μπροστά στην αιωνιότητα.
Μια εξομολόγηση όπου ένας γέροντας με ένα κύπελλο και ένας Εσταυρωμένος με ένα ποτήριο περπατούν ακόμη μέσα στην ψυχή μου, ενώ εγώ τους ακολουθώ μέσα στη νύχτα, αναζητώντας εκείνο το σημείο όπου η αλήθεια και η αγάπη γίνονται ένα φως που ούτε ο θάνατος μπορεί να σβήσει.
Φλέγων Νηρεύς
Μπορείς να διαβάσεις ολόκληρο το κείμενο εδώ επιλέγοντας τον μπλε σύνδεσμο:

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου