http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2014/10/1906.html
«….Μετά δύο ημέρας φθάσαμε εις Θεσσαλονίκην, η οποία τότε κατείχετο υπό των Τούρκων και, επειδή εγώ από μικρός είχον ευλάβειαν εις τον Άγιο Δημήτριο, παρεκάλουν τον φίλον μου Νικόλαον να εξέλθωμεν τού ατμόπλοιου, δια να προσκυνήσωμεν τον τάφον τού Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου τού Μυροβλήτου. Εξελθόντες μετέβημεν και προσκυνήσαμε μετά κατανύξεως τον Τάφον τού Αγίου και, επιστρέψαντες εις τι ξενοδοχείον Ελληνικόν, εμείναμεν ολόκληρον την ημέραν και το εσπέρας. Την επομένην ητοιμάσθημεν ν’ αναχωρήσωμεν δι’ Άγιον Όρος και μεταβάντες εις το Τελωνείον, δεν μας επέτρεψαν ν’ αναχωρήσωμεν. - Δεν θα φύγετε, μας είπον, διότι είσθε κατάσκοποι ! Τους είπομεν ότι τοιούτον τι δεν συμβαίνει και, έφ’ όσον τα διαβατήριά μας είναι επικυρωμένα από το Τουρκικόν Προξενείον και την Πρεσβείαν, οφείλουν να μας επιτρέψουν ν’ αναχωρήσωμεν, άλλ’ ουδεμίαν σημασίαν έδωκαν εις τους λόγους μας· Δεν μας εφυλάκισαν, αλλά μας είχον υπό επιτήρησιν αυστηράν, και εις το ξενοδοχείον που εμέναμεν εφύλαττον στρατιώται, και όταν εξηρχόμεθα μας παρηκολούθουν πάντοτε στρατιώται. Εμείναμεν ούτω αρκετάς ημέρας. Τα χρήματα ολιγόστεψαν και ηρχίσαμεν να στενοχωρούμεθα. Μίαν ημέραν λέγω εις τον φίλον μου Νικόλαον. -Θα υπάγω εις το κονάκι να παρουσιασθώ εις τον Πασά, ίσως μας επιτρέψη εκείνος ν’ αναχωρήσωμεν. Την απομένην εγερθείς λίαν πρωί μετέβην πρώτον εις τον Τάφον τού Αγίου Δημητρίου και προσκυνήσας παρεκάλουν μετά κατανύξεως και δακρύων τον Άγιον να μεσιτεύση προς τον Κύριον να αφεθώμεν ελεύθεροι και υπάγωμεν εις το Άγιον Όρος. Αφού προσηυχήθην ικανήν ώραν και εκάθησα ολίγον να αναπαυθώ, μοι ήλθεν εις τον λογισμόν μου το μαρτύριον τού Αγίου Δημητρίου· πως ελογχεύθη και απέθανε δια την αγάπην τού Χριστού και την πίστιν μας την αγίαν, και πως εδοξάσθη παρά Θεού και εν γη και εν ουρανώ και θα δοξάζεται εις τους αιώνας των αιώνων. Αυτά συλλογιζόμενος μου ήλθεν επιθυμία, να ήτο τρόπος, να απέθνησκον και εγώ δια την Ορθόδοξον Πίστιν και την αγάπην τού Χριστού. Παρεκάλουν λοιπόν τον Άγιον Δημήτριον όχι να μεσιτεύση να αφεθώμεν ελεύθεροι, αλλά να μεσιτεύει να αξιωθώ μαρτυρικού τέλους. Εύρον δε και τον τρόπον προς επιτυχίαν τού ποθούμενου. Είπον καθ’ εαυτόν, θα υπάγω εις το κονάκι (Διοικητήριον), θα παρουσιασθώ εις τους Τούρκους με θάρρος, θα τους δώσω αφορμήν τίνα και αυτοί θα μου ειπούν τι δια την πίστιν μου. Θα μαρτυρήσω την δική τους πλάνη, αυτοί ίσως μου ειπούν ν’ αρνηθώ την πίστιν μου και εγώ θα σταθώ γενναίος. Θα προτιμήσω τον θάνατον και ούτως θα τύχω μαρτυρικού τέλους. Ευθύς λοιπόν ανήλθον μετά θάρρους εις το κονάκι και περπατούσα εις ένα διάδρομον. Κάποιος Τούρκος αξιωματικός με είδε και με ηρώτησε τι ζητώ. Του λέγω, -Θέλω τον Πασά. -Και τι τον θέλεις; -Έχω λόγον να του πω, απήντησα. Μου λέγει, -Εγώ είμαι αντιπρόσωπος τού Πασά, είπε μοι ελευθέρως τι θέλεις; Τώ λέγω˙ -Αφού είσαι αντιπρόσωπος τού Πασά, πες μου, δια ποίον λόγον δεν μας αφήνετε να υπάγωμεν εις το Αγ. Όρος; Μου απήντησε με αυστηρόν τρόπον, -Δεν θα σου δώσω τον λόγον. Του λέγω με θάρρος· -Δεν είσθε καλοί άνθρωποι, είσθε άδικοι. Ενώ δεν πταίσαμε, ενώ δεν είμεθα κακοποιοί άνθρωποι και ενώ τα χαρτιά μας είναι εντάξει, δεν βλέπω τον λόγον, διατί να μας εμποδίζετε και μας στενοχωρείτε; Τα χρήματα που είχαμε μας σώθηκαν, πως θα ζήσωμεν εις άγνωστον και ξένον τόπον; Εάν σεις πηγαίνατε εις την Ελλάδα θα είσθε ευχαριστημένοι να σας έκαμνον ο,τι σεις κάμνετε εις ημάς; Οι λόγοι ούτοι τον ηρέθισαν και εκίνησεν εις θυμόν και ήρχισε να κρούη τον κώδωνα δυνατά. Ευθύς εσυνάχθησαν 30-35 στρατιώται και αξιωματικοί, οίτινες με ήρπασαν και με επήγαιναν εις τον Λευκόν Πύργον. Τίνα σκοπόν είχον δεν γνωρίζω. Πάντως ίσως δια να με φυλακίσουν, άλλ’ εγώ ποσώς δεν εδειλίασα, δεν έχασα το θάρρος μου, μόνον ελυπούμην που δεν μοι ειπόν τι δια την πίστιν μου. Ήλπιζα όμως ότι εκεί που θα με επήγαινον κάτι θα μου έλεγον. Και βαδίζοντες προς την οδόν τού μαρτυρίου παρεκάλουν τον Άγιον Δημήτριον να μεσιτεύση προς Κύριον και με αξιώση μαρτυρικού θανάτου, εάν είναι θέλημά Του, ή εάν δεν είναι να με λυτρώσει από τας χείρας των άθεων, βαρβάρων, αιμοβόρων, και αγρίων Αγαρηνών. Μόλις επροχωρήσαμεν ολίγον, να καιπαρουσιάζεται ένας ανώτερός των,όστις τους ομίλησε Τούρκικα. Τι τους είπε δεν ηννόησα· μόνον αντελήφθην ότιτους ομίλησε με θυμόν και τους έδιωξε. Τον δε αξιωματικόν εκείνον, όστις ήτο ο αίτιος και με συνέλαβον, εσήκωσε την ράβδον του και τον εκτύπησε εις τον ώμον. Αφού δε τους εξεδίωξε με επλησίασε με ιλαρό βλέμμα και χαϊδευτικά με εκτύπησεν εις τον ώμον με το χέρι του και με παρέδωκεν εις ένα στρατιώτην φρόνιμον εξ Ιωαννίνων. Καιτου έδωκεν εντολήν να με υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον«Μυκάλη», το οποίον ευρίσκετο εις τον λιμένα Θεσσαλονίκης, δια να επιστρέψω εις την Ελλάδα. Μη γνωρίζοντας ποιος ήταν αυτός που έδωσε τις διαταγές ρώτησα τον στρατιώτην να μοι πει, και εκείνοςμοι είπεν ότι ήτο ο ίδιος ο Πασάς. Και διατί εκτύπησε μόνον τον ιδιαίτερόν του και τι τού είπε; Τον επέπληξεν, μοι είπεν, διότι χωρίς να τού ζητήση άδειαν σε κατεδίκασε εις θάνατον. -Και που με επήγαιναν τού λέγω; -Εις τον Λευκόν Πύργον, μοι απεκρίθη. Σε επήγαιναν δια να σε εκτελέσουν. Εκεί πηγαίνουν όσους καταδικάζουν εις θάνατον και άλλους τους οποίους κλείνουν δια ν’ αποθάνουν από την πείναν, την δίψαν και την δυσωδίαν. Εχάρην διότι ελυτρώθην εκ των χειρών των αγρίων εκείνων Αγαρηνών, επειδή ηγνόουν εάν θα με εφόνευον δια την πίστιν μου, αλλά και ελυπήθην, διότι δεν έτυχον τού μαρτυρίου. Πλην όμως το μαρτύριον πρέπει να γίνεται νομίμως, ως λέγει ο θεοκήρυξ Απόστολος Παύλος«Εάν δε και αθλητίς, ου στεφανούται, εάν μη νομίμωςαθλήσει…»(Β’ Τιμ. 2, 6). Εις εμέ μεν υπήρχεν ο ζήλος και ο πόθος δια να μαρτυρήσω, αλλάδεν συνυπήρχε ο λόγος και η αιτία. Δια να μαρτυρήση τις πρέπει να υπάρχη εύλογος αιτία. Πρέπει να είναι κατά Θεόν το μαρτύριον. Το να θέλη τις χωρίς λόγον και αφορμήν να προκαλεί εις εαυτόν το μαρτύριον και να ρίπτη μόνος εαυτόν εις πειρασμόν είναι επικίνδυνον. Μετέβημεν κατόπιν εις το ξενοδοχείον, και λαβών την βαλίτσαν και τα ολίγα πράγματά μου απεχαιρέτησα τον αγαπητόν μοι φίλον Νικόλαο. Τον αποχαιρέτησα και ανεχώρησα. Με συνοδεία τον καλόν εκείνον Τούρκο στρατιώτην έφθασα μέχρι της παραλίας, Καθ’ οδόν με επαρηγόρει να μη στενοχωρούμαι, αλλά να έχω υπομονήν, και φωνήσας λεμβούχον τίνα Εβραίον του είπε να μοι υπάγη εις το Ελληνικόν Ατμόπλοιον. Μοι είπεν δε να μη υπάγω από το Τελωνείον, διότι ίσως με καθυστερήσουν και αναχωρήση το Ατμόπλοιον και δεν προφθάσω να φύγω. Αλλά μόλις επροχωρήσαμε ολίγον μας αντελήφθησαν εκ τού Τελωνείου και ήρχισαν να φωνάζουν να επιστρέψωμεν. Επειδή όμως ο στρατιώτης είχεν είπει εις τον λεμβούχον ότι ο Πασάς έδωκε διαταγήν να φύγω επροχώρει. Βλέποντες οι του Τελωνείου ότι δεν επέστρεφεν ούτε εσταμάτα ήρχισαν να ρίπτουν πυροβολισμούς εις τον αέρα· και εμβάντες 10 στρατιώται εις μίαν λέμβον ήρχισαν να κωπηλατούν σπεύδοντες να μας φθάσουν. Ευτυχώς επρόφθασα και ανήλθον εις το ατμόπλοιον, όταν αυτοί μας επλησίασαν. Άρχισαν να απειλούν και να κτυπούν τον λεμβούχον. Όταν όμως τους είπεν ότι είχεν εντολήν από τον Πασά, τον Διοικητήν, να με υπάγη εις το πλοίον, τον αφήκαν. Δεν ήτο, ως φαίνεται, θέλημα Θεού να υπάγω εις το Άγιον Όρος και δια τούτο ήλθον όλα τα εμπόδια. Οφείλω δε μεγίστην ευγνωμοσύνην εις τον προστάτην μουΜεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριον, τη μεσιτεία και πρεσβεία τού οποίου εσώθην από τον κίνδυνον τού θανάτου.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου