https://enromiosini.gr/arthrografia/katarreei-o-mythos-toy/
Η νέα ιστορική μελέτη του Jeffrey Plowman που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Archive» αμφισβητεί τον μύθο της ασταμάτητης Βέρμαχτ
Στα γερμανικά «Blitzkrieg» αποκαλείται ο κεραυνοβόλος πόλεμος. Πρόκειται για μια στρατιωτική τακτική που βασίζεται στην ταχύτητα, τον αιφνιδιασμό και τη συγκεντρωμένη ισχύ των όπλων, με σκοπό τη γρήγορη διάσπαση των εχθρικών γραμμών πριν ο αντίπαλος προλάβει να οργανώσει την άμυνά του. Η τακτική αυτή εφαρμόστηκε με μεγάλη επιτυχία από τη ναζιστική Γερμανία τα πρώτα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, για παράδειγμα κατά την εισβολή στην Πολωνία και τη Γαλλία, δημιουργώντας τον μύθο μιας ασταμάτητης πολεμικής μηχανής. Όμως, στην εκστρατεία κατά της Ελλάδας τον Απρίλιο του 1941, η πραγματικότητα ήταν πιο σύνθετη.
Μέσα σε μόλις τρεις εβδομάδες οι Γερμανοί κατέλαβαν τη χώρα. Ωστόσο, εξετάζοντας την εκστρατεία σε βάθος, ο Νεοζηλανδός ιστορικός, ερευνητής στρατιωτικής ιστορίας και συγγραφέας Jeffrey Plowman υποστηρίζει στο νέο του βιβλίο με τίτλο «Ελλάδα 1941: Το τέλος του μύθου Blitzkrieg», που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Οξύ», ότι σε καμία στιγμή οι Γερμανοί δεν απέκτησαν πραγματική υπεροχή έναντι των Ελλήνων. Πρόκειται για μια τεκμηριωμένη και ανατρεπτική μελέτη, που επανεξετάζει ενδελεχώς την εκστρατεία εναντίον της χώρας μας, αναδεικνύοντας τις αδυναμίες της περίφημης γερμανικής στρατηγικής.
Η γερμανική νίκη δεν ήρθε τόσο εύκολα όσο φανταζόμαστε
Ο συγγραφέας ξεκινά από μια φαινομενικά αυτονόητη διαπίστωση, πως η Ελλάδα κατελήφθη σε εξαιρετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Η γερμανική εισβολή άρχισε στις 6 Απριλίου 1941 και στις 27 του ίδιου μήνα οι δυνάμεις της Βέρμαχτ είχαν εισέλθει στην Αθήνα. Θα μπορούσε, επομένως, κανείς να συμπεράνει ότι επρόκειτο για μία ακόμη εντυπωσιακή επίδειξη της γερμανικής στρατιωτικής ισχύος. Ο Plowman, όμως, επιλέγει να εξετάσει τι ακριβώς συνέβη κατά τη διάρκεια αυτών των τριών εβδομάδων.
Μελετώντας τις επιμέρους συγκρούσεις, τις κινήσεις των στρατιωτικών μονάδων και τις αποφάσεις των διοικητών, διαπιστώνει ότι η γερμανική προέλαση συνάντησε μεγαλύτερες δυσκολίες από όσες αφήνει να εννοηθούν η τελική έκβαση της εκστρατείας. Οι Έλληνες στρατιώτες, μαζί με τις βρετανικές, αυστραλιανές και νεοζηλανδικές δυνάμεις που είχαν αποσταλεί για να ενισχύσουν την άμυνα της χώρας, κατάφεραν σε αρκετές περιπτώσεις να καθυστερήσουν τους εισβολείς, παρά την αριθμητική και υλική υπεροχή των τελευταίων.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδει στη δράση των ANZAC (από τα αρχικά των λέξεων Australian and New Zealand Army Corps) δηλαδή των στρατευμάτων από την Αυστραλία και τη Νέα Ζηλανδία. Οι μονάδες αυτές, μολονότι υποχρεώνονταν να υποχωρούν διαρκώς προς τον Νότο, κατόρθωναν σε αρκετές περιπτώσεις να ανασυντάσσονται και να οργανώνουν νέες θέσεις άμυνας. Αυτή η διατήρηση της μαχητικής τους ικανότητας αποτελεί ένα από τα βασικά επιχειρήματα της μελέτης.
Πώς τα ελληνικά βουνά έγιναν παγίδα για τα γερμανικά άρματα μάχης
Ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματα του «κεραυνοβόλου πολέμου» ήταν η δυνατότητα των γερμανικών τεθωρακισμένων να προελαύνουν ταχύτατα, διασπώντας τις εχθρικές γραμμές και προκαλώντας σύγχυση στα μετόπισθεν. Στην Ελλάδα, όμως, οι συνθήκες ήταν εντελώς διαφορετικές από εκείνες που είχαν αντιμετωπίσει οι Γερμανοί στις εκτεταμένες πεδιάδες της βόρειας Ευρώπης. Τα στενά ορεινά περάσματα, οι απότομες πλαγιές και οι περιορισμένοι δρόμοι δυσκόλευαν την ανάπτυξη μεγάλων μηχανοκίνητων σχηματισμών. Τα άρματα μάχης υποχρεώνονταν συχνά να κινούνται σε συγκεκριμένες διαδρομές, γεγονός που τα καθιστούσε ευάλωτα σε αντιαρματικά πυρά και οργανωμένες ενέδρες.
Χαρακτηριστική περίπτωση ήταν οι μάχες στην περιοχή του Ολύμπου και στα στενά του Πηνειού, τον Απρίλιο του 1941. Εκεί, αυστραλιανές και νεοζηλανδικές μονάδες επιχείρησαν να ανακόψουν την προέλαση των γερμανικών τεθωρακισμένων, αξιοποιώντας τις φυσικές δυσκολίες του εδάφους. Παρότι τελικά αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν, η αντίστασή τους έδωσε πολύτιμο χρόνο στις υπόλοιπες συμμαχικές δυνάμεις να κινηθούν προς νέες αμυντικές θέσεις. Ανάλογη σημασία είχαν οι συγκρούσεις στα στενά της Βεύης, στην περιοχή των Σερβίων και αργότερα στις Θερμοπύλες. Η γερμανική πολεμική μηχανή συνέχισε μεν να προελαύνει, αλλά κάθε νέα επιχείρηση απαιτούσε διαφορετική αντιμετώπιση και συχνά μεγαλύτερη προσπάθεια από εκείνη που είχαν αρχικά υπολογίσει οι επιτιθέμενοι.
Τα προβλήματα που αποκάλυψε η ελληνική εκστρατεία
Σημαντικό μέρος της επιχειρηματολογίας του Plowman αφορά τις δυσκολίες ανεφοδιασμού και συντονισμού των γερμανικών δυνάμεων. Η ταχύτητα του κεραυνοβόλου πολέμου προϋπέθετε ότι τα άρματα μάχης, το πεζικό, το πυροβολικό και η αεροπορία θα μπορούσαν να επιχειρούν συντονισμένα, με επαρκή εφόδια και αξιόπιστες γραμμές επικοινωνίας. Στην ελληνική περίπτωση όμως, το ορεινό ανάγλυφο και το περιορισμένο συγκοινωνιακό δίκτυο δημιουργούσαν σοβαρά εμπόδια. Η μεταφορά καυσίμων, πυρομαχικών και στρατιωτικού εξοπλισμού δεν μπορούσε πάντοτε να ακολουθήσει τον ρυθμό της προέλασης. Παράλληλα, οι κατεστραμμένες γέφυρες και οι δυσπρόσιτες διαδρομές προκαλούσαν πρόσθετες καθυστερήσεις.
Κατά τον συγγραφέα, αυτές οι δυσκολίες αποκάλυπταν ορισμένες από τις αδυναμίες μιας πολεμικής μεθόδου που στηριζόταν σε μεγάλο βαθμό στη συνεχή κίνηση και στον αιφνιδιασμό. Όταν ο αντίπαλος κατόρθωνε να επιβραδύνει την επίθεση, οι Γερμανοί έπρεπε να αναζητήσουν νέους τρόπους για να επιτύχουν τους αντικειμενικούς τους σκοπούς. Η εκστρατεία στη χώρα μας προσφέρει επομένως, σύμφωνα με την ερμηνεία του Plowman, μια πρώιμη εικόνα των αδυναμιών του γερμανικού κεραυνοβόλου πολέμου, που θα γίνονταν ακόμη πιο αισθητές στα επόμενα χρόνια, ιδίως από τη στιγμή που η Βέρμαχτ άρχισε να επιχειρεί σε πολύ μεγαλύτερες αποστάσεις από το Βερολίνο και κάτω από δυσμενέστερες συνθήκες.
Η υποχώρηση που επέτρεψε να σωθούν περισσότεροι από 50.000 στρατιώτες
Η τελευταία σημαντική πτυχή της μελέτης αφορά την αποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων από την ηπειρωτική Ελλάδα. Ο Plowman αμφισβητεί την εντύπωση ότι οι Βρετανοί, οι Αυστραλοί και οι Νεοζηλανδοί εγκατέλειψαν άτακτα τις θέσεις τους μπροστά στη γερμανική προέλαση. Αντιθέτως, αναδεικνύει μια σειρά από σκληρές μάχες οπισθοφυλακών, στις οποίες συγκεκριμένες στρατιωτικές μονάδες αναλάμβαναν να συγκρατήσουν τον εχθρό ώστε οι υπόλοιπες να προλάβουν να απομακρυνθούν.
Οι στρατιώτες που είχαν πολεμήσει προηγουμένως στις ερήμους της Βόρειας Αφρικής βρέθηκαν να αντιμετωπίζουν έναν διαφορετικό αντίπαλο, μέσα σε άγνωστες γεωγραφικές και κλιματολογικές συνθήκες. Οι σκληρές μάχες που έδωσαν, ιδιαίτερα στην περιοχή των Θερμοπυλών, επιβράδυναν τη γερμανική προέλαση, εξασφαλίζοντας πολύτιμο χρόνο για την οργανωμένη αποχώρηση των συμμαχικών στρατευμάτων μέσω των ελληνικών λιμανιών. Όπως διαβάζουμε, από τις 24 έως τις 29 Απριλίου 1941 περισσότεροι από 50.000 συμμαχικοί στρατιώτες απομακρύνθηκαν με πλοία, κυρίως προς την Κρήτη και την Αίγυπτο. Χιλιάδες άλλοι, ωστόσο, σκοτώθηκαν, τραυματίστηκαν ή αιχμαλωτίστηκαν κατά την ελληνική εκστρατεία.
Για τον μελετητή, το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του εκστρατευτικού σώματος κατόρθωσε να διαφύγει έχει ιδιαίτερη στρατιωτική σημασία. Παρότι οι Γερμανοί πέτυχαν τον αντικειμενικό τους σκοπό, δηλαδή την κατάληψη της χώρας μας, δεν κατάφεραν να εξουδετερώσουν ολοκληρωτικά τις αντίπαλες δυνάμεις. Έτσι, η ελληνική εκστρατεία αναδεικνύεται κατά τον Plowman σ’ ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των ορίων του Blitzkrieg: μιας πολεμικής μεθόδου που μπορούσε να εξασφαλίζει γρήγορες εδαφικές κατακτήσεις, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι ήταν πάντοτε ικανή να επιφέρει την ολοκληρωτική καταστροφή του αντιπάλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου