Στην αρχή...
Δεν υπήρχα.
Και τώρα, στο τέλος, αυτή η αλήθεια δεν με τρομάζει πια.
Κάποτε δεν υπήρχαν αυτά τα χέρια.
Δεν υπήρχαν αυτά τα μάτια.
Δεν υπήρχε η καρδιά που τώρα χτυπά αργά μέσα στο στήθος μου.
Δεν υπήρχε η φωνή που ψιθυρίζει το όνομά Σου.
Δεν υπήρχε ούτε το «εγώ» που σήμερα φοβάται ότι πλησιάζει η τελευταία του ανάσα.
Κι όμως υπήρχες Εσύ.
Αυτό θέλω να θυμάμαι τώρα.
Όχι πόσα έκανα.
Όχι πόσα άφησα πίσω.
Όχι πόσο μεγάλη ή μικρή ήταν η ζωή μου.
Θέλω να επιστρέψω στην πρώτη φράση.
«Στην αρχή δημιούργησε ο Θεός...»
Ο Θεός.
Όχι εγώ.
Ποτέ εγώ.
Εσύ ήσουν στην αρχή.
Κι εγώ ήρθα αργότερα.
Με κάλεσες από εκεί όπου δεν υπήρχε ακόμη το όνομά μου.
Και μια ημέρα άνοιξα τα μάτια.
Δεν θυμάμαι την πρώτη μου ανάσα.
Κανείς δεν θυμάται.
Κι όμως έγινε.
Οι πνεύμονες γέμισαν αέρα.
Η καρδιά χτυπούσε.
Τα μικρά χέρια κινήθηκαν.
Και ο κόσμος είχε αποκτήσει ακόμη έναν άνθρωπο που δεν γνώριζε ούτε ποιος ήταν ούτε γιατί βρισκόταν εδώ.
Αυτός ήμουν.
Ένα πλάσμα που πρώτα έλαβε ζωή και ύστερα πέρασε χρόνια προσπαθώντας να καταλάβει τι σημαίνει να ζει.
Τώρα ανασαίνω ξανά.
Πιο αργά.
Νιώθω το σώμα μου κουρασμένο.
Κάποτε έτρεχε.
Κάποτε τα πόδια με πήγαιναν όπου ήθελα.
Τα χέρια εργάζονταν.
Τα μάτια ξενυχτούσαν.
Το στόμα μιλούσε.
Η καρδιά σχεδίαζε χρόνια που νόμιζε ότι της ανήκαν.
Και τώρα όλα ησυχάζουν.
Παράξενο.
Μια ολόκληρη ζωή χωρά τελικά ανάμεσα σε δύο αναπνοές.
**Την πρώτη, που δεν θυμάμαι.
Και την τελευταία, που δεν γνωρίζω πότε θα έρθει.**
Κι ανάμεσά τους;
Πόσος θόρυβος.
Πόσα «θέλω».
Πόσα «φοβάμαι».
Πόσα «δικά μου».
Πόσες φορές συμπεριφέρθηκα σαν να ήμουν η αρχή της ιστορίας μου.
Συγχώρεσέ με, Κύριε.
Ξέχασα ότι πριν από εμένα υπήρχες Εσύ.
Ξέχασα ότι η ύπαρξη δεν ήταν δικαίωμά μου.
Ήταν δώρο.
Ξέχασα ότι κάθε πρωί που άνοιγα τα μάτια μου δεν ήταν αυτονόητο.
Ήταν άλλη μία ημέρα μέσα στη δημιουργία Σου.
Και πόσες από αυτές πέρασαν χωρίς να πω:
«Σε ευχαριστώ».
Τώρα θέλω να το πω.
Για όλες μαζί.
Σε ευχαριστώ που υπήρξα.
Ακόμη και για τις ημέρες που πόνεσαν.
Δεν λέω ότι ο πόνος ήταν καλός.
Δεν θα ονομάσω καλό το κακό.
Αλλά μέσα στις πληγές έμαθα πόσο εύθραυστος είμαι.
Μέσα στην αδυναμία έμαθα ότι δεν είμαι Θεός.
Μέσα στη νύχτα έμαθα να ψάχνω για Σένα χωρίς να απαιτώ πάντοτε να βλέπω.
Και τώρα καταλαβαίνω γιατί με συγκλόνιζε τόσο ο δεύτερος στίχος.
«Η δε γη ήταν άμορφη και έρημη· και σκοτάδι υπήρχε επάνω στο πρόσωπο της αβύσσου».
Γιατί πολλές φορές αυτή ήταν η εικόνα της ψυχής μου.
Άμορφη.
Έρημη.
Σκοτεινή.
Κι εγώ νόμιζα ότι αυτές οι εποχές ήταν χαμένες.
Τώρα όμως κοιτάζω πίσω και αναρωτιέμαι:
Μήπως ήσουν εκεί περισσότερο απ’ όσο κατάλαβα;
Μήπως όταν έλεγα:
«Δεν βλέπω τίποτε»,
το Πνεύμα Σου φερόταν ήδη επάνω από τα νερά;
Μήπως όταν έλεγα:
«Τελείωσε»,
Εσύ έβλεπες ακόμη αρχή;
Μήπως όταν εγώ νόμιζα ότι η ζωή είχε χάσει τη μορφή της,
Εσύ δεν είχες αφήσει το έργο Σου;
Θεέ μου...
Πόσα πράγματα θα έβλεπα διαφορετικά αν γνώριζα τότε όσα καταλαβαίνω τώρα.
Αλλά δεν θέλω να περάσω την τελευταία μου ώρα με το «αν».
Δεν μπορώ να επιστρέψω πίσω.
Μπορώ μόνο να Σου παραδώσω ό,τι υπάρχει τώρα.
Αυτό το κουρασμένο σώμα.
Αυτή την αναπνοή.
Αυτή την καρδιά.
Αυτή τη μνήμη.
Και μια ψυχή που δεν έχει πια πολλές μεγάλες λέξεις.
Κύριε...
φοβάμαι λίγο.
Ναι.
Δεν θέλω να πω ψέματα μπροστά Σου.
Η τελευταία αναπνοή είναι άγνωστη.
Τα χέρια μου γνωρίζουν μόνο πώς είναι να κρατούν τη ζωή.
Δεν γνωρίζουν ακόμη πώς είναι να την αφήνουν.
Και το σώμα αγαπά τη ζωή.
Γι’ αυτό όταν σκέφτομαι εκείνη τη στιγμή, κάτι μέσα μου σφίγγεται.
Αλλά τότε επιστρέφω πάλι:
«Στην αρχή...»
Πριν από την πρώτη μου ανάσα ήσουν Εσύ.
Άρα γιατί να πιστέψω ότι στην τελευταία θα πάψεις να είσαι Θεός;
Πριν μπορέσω να Σε φωνάξω, ήσουν Εσύ.
Πριν μπορέσω να πιστέψω, ήσουν Εσύ.
Πριν υπάρξει η πρώτη μου σκέψη, ήσουν Εσύ.
Πριν υπάρξει το πρώτο μου δάκρυ, ήσουν Εσύ.
Πριν υπάρξω εγώ,
ήσουν Εσύ.
Γι’ αυτό όταν έρθει η τελευταία στιγμή, δεν θέλω να προσπαθήσω να κρατήσω ολόκληρη τη ζωή μέσα στη γροθιά μου.
Θέλω να ανοίξω τα χέρια.
Όπως τα άνοιξα όταν κατάλαβα ότι η ζωή είναι δωρεά.
Να αφήσω ένα ένα όσα νόμιζα ότι με ορίζουν.
Το έργο.
Τις λέξεις.
Τις επιτυχίες.
Τις αποτυχίες.
Όσα πρόλαβα.
Όσα δεν πρόλαβα.
Όσα οι άνθρωποι θα θυμούνται.
Όσα θα ξεχάσουν.
Δεν μπορώ να τα πάρω μαζί μου.
Και δεν χρειάζεται.
Γιατί αν η ελπίδα μου βρίσκεται σε αυτά, τότε πράγματι η τελευταία αναπνοή είναι καταστροφή.
Αλλά η χριστιανική μου ελπίδα δεν βρίσκεται στο ότι το σώμα μου δεν θα επιστρέψει στη γη.
Βρίσκεται στον Χριστό.
Στον Εσταυρωμένο.
Στον Αναστημένο.
Σ’ Εκείνον που πέρασε πραγματικά από τον θάνατο και τον συνέτριψε με την Ανάστασή Του.
Γι’ αυτό το χώμα δεν είναι θεός.
Ούτε ο τάφος είναι θεός.
Ούτε ο θάνατος είναι θεός.
Ο Θεός είναι Θεός.
Και ο Θεός της Γενέσεως είναι ο Θεός της Αναστάσεως.
Εκείνος που καλεί το φως μέσα από το σκοτάδι είναι Εκείνος στον οποίο παραδίδω τώρα το δικό μου σκοτάδι.
Δεν στηρίζω την ελπίδα μου σε μια ποιητική ιδέα ότι απλώς «όλα συνεχίζονται».
Τη στηρίζω σε Πρόσωπο.
Στον Χριστό.
Αν λοιπόν το σώμα επιστρέψει στο χώμα, εγώ δεν θα ονομάσω το χώμα τελευταίο κύριο της ιστορίας μου.
Γιατί η αρχή μου δεν ήταν το χώμα.
Η αρχή μου ήταν η δημιουργική βούληση του Θεού.
Και η ελπίδα μου δεν είναι το μηδέν.
Είναι Εκείνος που είπε:
«Εγώ ειμι η ανάστασις και η ζωή».
Κύριε Ιησού Χριστέ,
όταν έρθει εκείνη η ώρα,
μη με αφήσεις να ψάχνω πολλές λέξεις.
Δεν θα τις χρειάζομαι.
Αν μπορώ να πω μόνο μία,
ας είναι:
«Ιησού».
Αν μπορώ δύο:
«Ιησού, ελέησον».
Και αν δεν μπορώ να πω ούτε αυτές,
δέξου τη σιωπή της καρδιάς μου σαν τελευταία προσευχή.
Γιατί Εσύ γνωρίζεις τη φωνή πριν γίνει λέξη.
Εσύ γνώριζες την ύπαρξή μου πριν μπορέσω να προφέρω το όνομά Σου.
Και τώρα, καθώς κοιτάζω νοερά πίσω ολόκληρη τη ζωή, δεν θέλω να την κρίνω από το μέγεθος.
Θέλω να τη δω σαν εκείνη την πρώτη γη.
Υπήρξε αμορφία.
Υπήρξε έρημος.
Υπήρξε άβυσσος.
Υπήρξε σκοτάδι.
Αλλά υπήρξε και Παρουσία.
Και υπήρξε φως.
Υπήρξαν πρωινά που δεν περίμενα.
Υπήρξαν άνθρωποι που έγιναν δώρα.
Υπήρξαν δάκρυα που κάποτε έγιναν προσευχές.
Υπήρξαν πτώσεις που με έμαθαν να μη στηρίζομαι στον εαυτό μου.
Υπήρξαν στιγμές όπου μέσα στο χάος ψιθύρισα:
«Κύριε»,
και αυτό ήταν αρκετό για να συνεχίσω άλλη μία ημέρα.
Τώρα δεν ζητώ άλλη μία ημέρα.
Ζητώ μόνο να είναι δική Σου αυτή που μου απομένει.
Και αν αυτή είναι η τελευταία,
τότε ας γίνει ολόκληρη ευχαριστία.
Σε ευχαριστώ για την πρώτη ανάσα.
Σε ευχαριστώ για κάθε ανάσα ανάμεσά της και στην τελευταία.
Σε ευχαριστώ που δεν περίμενες να γίνω ολοκληρωμένος για να με πλησιάσεις.
Σε ευχαριστώ που το Πνεύμα Σου δεν φοβήθηκε τα άμορφα νερά μου.
Σε ευχαριστώ που μέσα στις νύχτες δεν έπαψες να είσαι Θεός επειδή εγώ δεν μπορούσα να Σε αισθανθώ.
Σε ευχαριστώ για τον Χριστό.
Πάνω απ’ όλα,
για τον Χριστό.
Γιατί χωρίς Εκείνον θα κοιτούσα το τέλος και θα έβλεπα μόνο τέλος.
Με Εκείνον κοιτάζω ακόμη και τον τάφο και δεν τολμώ να βάλω τελεία εκεί όπου ο Θεός έγραψε Ανάσταση.
Η αναπνοή γίνεται πιο ήσυχη.
Τα χέρια ανοίγουν.
Δεν έχω τίποτε να αποδείξω.
Δεν έχω τίποτε να διεκδικήσω.
Μόνο να παραδοθώ.
Και ίσως αυτή να είναι η τελευταία πράξη της πίστης:
να επιστρέψω τη δωρεά στον Δωρητή.
Όχι επειδή περιφρονώ τη ζωή.
Αλλά ακριβώς επειδή την αγάπησα ως δώρο.
«Κύριε,
κάποτε δεν υπήρχα.
Εσύ με κάλεσες στο είναι.
Μου έδωσες σώμα για να αγγίζω,
μάτια για να βλέπω,
καρδιά για να αγαπώ,
φωνή για να Σε φωνάζω,
χέρια για να εργάζομαι,
δάκρυα για να κλαίω,
και χρόνο για να μάθω ότι τίποτε από αυτά δεν ήταν αυτονόητο.
Τώρα, όταν έρθει η ώρα,
θα Σου τα επιστρέψω.
Το σώμα στη γη.
Την τελευταία ανάσα στη σιωπή.
Και ολόκληρη την ελπίδα μου
στον Χριστό.
Δεν ξέρω πώς είναι να περνά κανείς από εκείνη την πύλη.
Αλλά ξέρω Ποιος ήταν εδώ πριν φτάσω εγώ.
Εσύ.
Και ξέρω Ποιος είναι ο Κύριος της ζωής και του θανάτου.
Εσύ.
Γι’ αυτό όταν τα μάτια μου κλείσουν και για μένα ο κόσμος σωπάσει,
δεν θα πω:
“Επιστρέφω στο μηδέν”.
Θα πω:
“Παραδίδομαι στον Θεό”.
Γιατί πριν από την πρώτη μου ανάσα
ήσουν Εσύ.
Μέσα σε κάθε άβυσσο
ήσουν Εσύ.
Όταν ήρθε το φως
ήσουν Εσύ.
Και όταν έρθει η τελευταία μου ανάσα,
η ελπίδα μου είναι πάλι
Εσύ.
Στην αρχή,
ο Θεός.
Στο τέλος,
ο Θεός.
Και ανάμεσα στην αρχή και στο τέλος,
μια μικρή ανθρώπινη ζωή που έμαθε πολύ αργά, αλλά επιτέλους έμαθε,
να ψιθυρίζει:
Δόξα Σοι, ο Θεός.
Για όλα.
Και πάνω από όλα,
για τον Ιησού Χριστό.
Αμήν».
Φ.Ν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου