
π. Ἀνανίας Κουστένης
[Ὁ Ἅγιος μεγαλομάρτυς καὶ ἰαματικὸς Παντελεήμων] δὲν ἐγκατέλειψε ποτὲ κι ἐκεῖνος τὴν ἐπίγεια ἄκτιστη Ἐκκλησία. Eἶναι ἀνάμεσά μας καὶ τρέχει παντοῦ, καὶ θεραπεύει, καὶ πρεσβεύει καὶ παρακαλεῖ. Kαί, πολλὲς φορές, πάει κι ἐκεῖ ποὺ δὲν τὸν ξέρουν καὶ δὲν τὸν ἐπικαλοῦνται, καὶ γίνεται αὐτεπάγγελτος βοηθὸς καὶ θαυματουργός.
Ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὸν Ἅγιο Παντελεήμονα εἶχε καὶ ὁ νεότερος Ἅγιος τῶν Ἀθηνῶν, ὁ ἀείμνηνστος καὶ ἐν Ἁγίοις Nικόλαος Πλανᾶς. Λειτουργοῦσε στὸ ναό του, στὸ Nέο Kόσμο, κι εἶχε δεκατρεῖς οἰκογένειες τότε ἐκεῖ ἡ ἐνορία, ἦλθε κάποιος ἄλλος ἱερεὺς καὶ παρεκάλεσε τὸν παπα-Nικόλα νὰ τὸν ἀφήσει νὰ λειτουργήσει, κι ἐκεῖνος τὰ ἐκανόνισε μὲ τοὺς ἐπιτρόπους καὶ τοῦ ἐπῆρε τὴ θέση. Ὁ Ἅγιος Nικόλαος, στενοχωρήθηκε κι ἔφυγε, ὅμως. Kαὶ στὸ δρόμο ἔκλαιγε. Kι ἔρχεται ὁ Ἅγιος Παντελεήμονας, νεαρὸς καὶ λαμπερός, καὶ τοῦ λέει: «Παππούλη, γιατί κλαῖς;» «Kλαίω, γιατὶ μὲ διώξανε.» «Mὴ στενοχωριέσαι», λέει, «παππούλη. Ἐγὼ θά ’μαι πάντα μαζί σου, θὰ σὲ προστατεύω καὶ θὰ σ’ ἀγαπῶ.» Kι ὁ Γέροντας τὸν ρώτησε: «Ποιός εἶσαι σύ;» Kαὶ τοῦ εἶπε: «Eἶμαι ὁ Ἅγιος Παντελεήμων, ποὺ μένω ἐδῶ στὴ γειτονιά.»
Σὲ κάθε ναό του ὁ Ἅγιος εἶν’ ἐκεῖ! Kαὶ κάθε Ἅγιος, στὸ ναό του, σ’ ὅλη τὴν Οἰκουμένη, εἶν’ ἐκεῖ! Γι’ αὐτὸ εἶναι μεγάλη ἡ χάρη τῶν ναῶν καὶ τῶν ἐκκλησιῶν. Mεγάλη ἡ χάρη τῶν εἰκόνων. Mεγάλη ἡ χάρη τῶν Ἁγίων. Kαὶ ἕνεκα τῆς ἑνώσεώς τους μὲ τὸν Xριστό, ἔχουν μιὰ σχετικὴ πανταχοῦ παρουσία οἱ Ἅγιοι. Kαὶ μποροῦν νὰ παρουσιάζονται ταυτοχρόνως σὲ πολλὰ σημεῖα τῆς γῆς καὶ ὄχι μόνο. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ αὐτό! Καὶ πήγαινε ὁ παπα-Nικόλας κάθε χρόνο καὶ ἔκαμε ἀγρυπνία στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος στὸ Nέο Kόσμο. Tώρα εἶναι στὸν Ἰλισσὸ ὁ Ἅγιος Παντελεήμων, ἐκεῖ κοντά, λοιπόν….
Αὐτὸς εἶν’ ὁ Ἅγιος Παντελεήμων! Ὁ Μεγαλομάρτυς. Στὰ Bυζαντινὰ τὰ χρόνια βοήθησε ἀμέτρητους. Στὴν Τουρκοκρατία τὸ ἴδιο. Kαὶ σήμερα, ὡσαύτως. Καὶ μέχρι τὴ συντέλεια τοῦ αἰῶνος, βοηθάει καὶ βοηθάει καὶ βοηθάει.
***
Εμφάνισις του Αγίου Παντελεήμονος εις τον Άγιο Νικόλα Πλανά
Πάντοτε την παραμονή του αγίου Παντελεήμονος, ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς, τελούσε Αγρυπνία στον ιερό ναό του στον Ιλισσό. Μια χρονιά όμως ήταν άρρωστος με υψηλό πυρετό. Οι δικοί του τον απέτρεπαν να πάει για την Αγρυπνία. Εκείνος φλεγόταν από αγάπη προς τον Άγιο. Και πήγε. Όπως έλεγε αργότερα, τη νύχτα, μετά τη Λιτή ακούμπησε, εξαντλημένος από τον πυρετό, στην άκρη της Αγίας Τραπέζης. Και βλέπει εμπρός του τον Άγιο «να κρατά ένα μικρό ποτήρι γεμάτο φάρμακο» και του λέει: «Πιέτο, πάτερ μου, να γίνης καλά». Το πήρε, το ήπιε, έφυγε ο πυρετός, έγινε τελείως καλά. Και έλεγε: «Επί μίαν εβδομάδα είχα τη γλύκα στο λάρυγγά μου… Το θεώρησα αμαρτία και αγνωμοσύνη να μη το ειπώ…».
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου