Κάποτε, μέσα σε μια έρημο δίχως δρόμους, περπατούσα κρατώντας ένα μικρό πήλινο λυχνάρι. Η νύχτα ήταν βαθιά και ο άνεμος πετούσε την άμμο πάνω στα ίχνη μου, σαν να ήθελε να σβήσει κάθε απόδειξη πως είχα περάσει από εκεί. Εγώ όμως προχωρούσα, επειδή πίστευα πως κάπου, πέρα από τους σκοτεινούς αμμόλοφους, υπήρχε ένα μοναστήρι όπου οι άνθρωποι γνώριζαν το μυστικό της καινούργιας αρχής.
Το λυχνάρι μου έσβηνε συχνά. Κάθε φορά σταματούσα, το άναβα ξανά και θύμωνα με την αδυναμία του. Έλεγα μέσα μου πως ένα αληθινό φως δεν πρέπει να σβήνει ποτέ. Ώσπου συνάντησα έναν γέροντα καθισμένο δίπλα σε ένα ξερό πηγάδι. Δεν με ρώτησε ποιος είμαι ούτε από πού έρχομαι. Κοίταξε μόνο το σβησμένο λυχνάρι μου και μου είπε:
«Γιατί πενθείς;»
«Επειδή το φως μου δεν αντέχει», του απάντησα.
Και εκείνος χαμογέλασε.
«Δεν σου ζητήθηκε να μην σβήσει ποτέ. Σου ζητήθηκε να το ανάβεις ξανά».
Ύστερα σηκώθηκε, έκανε το σημείο του Σταυρού και είπε:
«Ευλόγησον. Ο Κύριος μας χάρισε πάλι το φως».
Από εκείνη την αυγή άρχισα να καταλαβαίνω πως η ζωή μου δεν κρίνεται μόνο από τις πτώσεις μου, αλλά και από την απόφασή μου να σηκώνομαι. Κατάλαβα πως κάθε πρωί ο Θεός δεν μου δίνει απλώς άλλες λίγες ώρες ζωής. Μου προσφέρει ένα νέο έλεος, μια ακόμη δυνατότητα μετανοίας, μια άγραφη σελίδα πάνω στην οποία μπορώ να χαράξω διαφορετική πορεία.
Για χρόνια ξυπνούσα σαν να μου όφειλε η ημέρα χαρά, επιτυχία και δικαίωση. Όταν κάτι δεν γινόταν όπως το επιθυμούσα, παραπονιόμουν. Έμπαινα στο φως του πρωινού κουβαλώντας τη σκιά του χθες. Θυμόμουν τις αδικίες, τις αποτυχίες, τα λόγια που με πλήγωσαν και εκείνα με τα οποία πλήγωσα. Η νέα ημέρα ερχόταν καθαρή, αλλά εγώ τη γέμιζα αμέσως με τα συντρίμμια της προηγούμενης.
Σιγά σιγά έμαθα να λέω:
«Δόξα τω Θεώ. Σήμερα πάλι βάζω αρχή».
Δεν το λέω επειδή έγινα άγιος. Το λέω ακριβώς επειδή γνωρίζω πόσο αδύναμος είμαι. Το λέω επειδή χρειάζομαι καθημερινά να ξαναδώ το πρόσωπό μου μέσα στο φως του Θεού. Χρειάζομαι να ομολογήσω πως χθες δεν αγάπησα όσο μπορούσα, δεν συγχώρησα όσο έπρεπε, δεν φύλαξα τον νου μου, δεν προσευχήθηκα με καθαρή καρδιά. Χρειάζομαι όμως και να πιστέψω πως το έλεος του Θεού είναι μεγαλύτερο από την αποτυχία μου.
Έτσι, το πρωί δεν αρχίζω με απαιτήσεις. Αρχίζω με ευλογία.
«Ευλόγησον, Κύριε, τη νέα ημέρα. Ευλόγησε τα βήματά μου, τα λόγια μου, τους ανθρώπους που θα συναντήσω. Φύλαξέ με από την υπερηφάνεια όταν με τιμούν και από την απελπισία όταν με απορρίπτουν. Δώσε μου νου καθαρό, καρδιά ειρηνική και δύναμη να κάνω το καλό χωρίς να ζητώ ανταπόδοση».
Αυτό έγινε ο εσωτερικός μου χαιρετισμός. Αντί να λέω απλώς «καλημέρα», προσπαθώ να αναγνωρίζω πως η ημέρα είναι του Κυρίου. Δεν γνωρίζω τι θα φέρει. Μπορεί να έρθει χαρά, μπορεί να έρθει πόνος, μπορεί να έρθει πειρασμός. Εγώ όμως θέλω να τη δεχθώ ως χώρο συνάντησης με τον Θεό.
Έμαθα ακόμη πως το «βάζω αρχή» δεν είναι μια όμορφη φράση. Είναι απόφαση. Σημαίνει πως δεν περιμένω να αλλάξουν πρώτα οι άλλοι. Δεν λέω πως θα συγχωρήσω όταν ζητήσουν συγγνώμη, πως θα αγαπήσω όταν με αγαπήσουν, πως θα προσευχηθώ όταν η καρδιά μου θερμανθεί. Αρχίζω τώρα, μέσα στην ψυχρότητα, στην κόπωση και στην ατέλειά μου.
Βάζω αρχή όταν συγκρατώ έναν σκληρό λόγο.
Βάζω αρχή όταν ζητώ συγχώρηση χωρίς δικαιολογίες.
Βάζω αρχή όταν σηκώνομαι από το κρεβάτι της αμέλειας και στέκομαι έστω για λίγο ενώπιον του Θεού.
Βάζω αρχή όταν θυμάμαι πως ο άνθρωπος απέναντί μου δεν είναι εμπόδιο, αλλά εικόνα Θεού.
Δεν έχω φτάσει. Είμαι ακόμη ο οδοιπόρος της ερήμου. Το λυχνάρι μου εξακολουθεί να σβήνει. Υπάρχουν ημέρες που η προσευχή μου γίνεται ξερή, η πίστη μου αδύναμη και η καρδιά μου βαριά. Υπάρχουν πρωινά που δεν θέλω να αρχίσω ξανά. Τότε θυμάμαι τον γέροντα δίπλα στο ξερό πηγάδι:
«Δεν σου ζητήθηκε να μην σβήσεις ποτέ. Σου ζητήθηκε να ανάψεις ξανά».
Και ανάβω πάλι τη μικρή φλόγα.
Δεν γνωρίζω πόσες αυγές μου απομένουν. Γνωρίζω μόνο πως η σημερινή μου χαρίστηκε. Γι’ αυτό δεν θέλω να τη σπαταλήσω στην κατάκριση, στον φόβο ή στη λύπη για όσα δεν αλλάζουν. Θέλω να τη μετατρέψω σε προσευχή, σε προσφορά, σε ένα μικρό βήμα προς τον Χριστό.
Και έτσι προχωρώ.
Με άδεια χέρια, αλλά με ελπίδα.
Με πληγωμένη καρδιά, αλλά με μετάνοια.
Με λυχνάρι εύθραυστο, αλλά με τη βεβαιότητα πως το φως δεν είναι δικό μου.
Κάθε πρωί ψιθυρίζω:
«Ευλόγησον, Κύριε. Μου χάρισες πάλι το φως. Σημερα δεν υπόσχομαι πως δεν θα πέσω. Σου υπόσχομαι μόνο πως, με τη χάρη Σου, θα σηκωθώ και θα βάλω πάλι αρχή».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου