ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΤΩΛΙΑΣ & ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

ΙΕΡΑ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ  ΑΙΤΩΛΙΑΣ  &  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
200 ΧΡΟΝΙΑ - ΕΞΟΔΟΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ ΙΕΡΑ ΠΟΛΗ

Δευτέρα 20 Απριλίου 2026

«Ο Κύριός μου… και ο Θεός μου»

 Ο Θωμάς που είμαι – μια εξομολόγηση πίστης από την αμφιβολία στην αποκάλυψη

Στέκομαι και παρατηρώ μέσα μου…
και ακούω κάτι να πάλλεται αθόρυβα.

Είναι η πίστη.

Όχι σαν σκέψη…
σαν ανάσα.

Υπάρχω γιατί πιστεύω.
Και περπατώ… χωρίς να βλέπω.
Κι όμως προχωρώ.

Κάνω ένα βήμα…
και δεν ξέρω αν θα με κρατήσει η γη.
Και όμως το κάνω.

Γιατί κάπου βαθιά…
πιστεύω.

Πίνω νερό…
και δεν φοβάμαι μήπως είναι θάνατος.
Γιατί πιστεύω πως είναι ζωή.

Και όλα κινούνται έτσι.
Αόρατα.
Σιωπηλά.
Με μια δύναμη που δεν εξηγείται.

Η πίστη…
μετακινεί όρη.
Σηκώνει τον άνθρωπο από την άβυσσο.
Κοιτά τον θάνατο… και δεν λυγίζει.

Και όμως…

εκεί που όλα μοιάζουν δυνατά…
εκεί που η καρδιά έχει μάθει να πετά…

σταματώ.

Σαν να χτυπώ σε τοίχο.

Και λέω:

μέχρι εδώ.

Και ζητώ αποδείξεις.
Ζητώ βεβαιότητα.
Ζητώ να δω.

Θέλω να Σε δω.
Να Σε ακούσω.
Να Σε αγγίξω.

Θέλω να ξέρω…
όχι να πιστεύω.

Και τρέχω…
όλη μου τη ζωή…
στο κυνήγι Σου.

Σε ψάχνω…
σε πλησιάζω…
νομίζω ότι Σε φτάνω…

και χάνεσαι.

Και τότε αρχίζω να καταλαβαίνω.

Δεν Σε βρίσκω…
γιατί δεν βρίσκεσαι.

Αποκαλύπτεσαι.

Σαν δροσιά…
σε μια γουλιά αγιασμού.

Σαν ρίγος…
όταν ακουστεί το Όνομά Σου.

Σαν άρωμα…
από κάτι άφθαρτο, που δεν ανήκει σε αυτόν τον κόσμο.

Σαν δάκρυ…
που κυλά και δεν είναι λύπη…
είναι φως.

Σαν μια πληγή…
ανοιχτή…
που σταλάζει αγάπη.

Και τότε…
ακούω.

«Φέρε το δάχτυλό σου…»

Και τρέμω.

Γιατί δεν είναι το χέρι που καλείται.
Είναι η καρδιά.

Και λέω:

Ο Κύριός μου…
και ο Θεός μου…

μα τα λόγια μου…
πέφτουν.

Δεν έχουν βάρος.
Δεν έχουν φωτιά.

Πόσες φορές το είπα…
και δεν το έζησα;

Πόσες φορές πίστεψα…
και έμεινα στην επιφάνεια;

Και περιμένω.

Περιμένω εκείνη τη μία στιγμή.
Τη μία φλόγα.
Την μία αλήθεια…
που θα ραγίσει τα πάντα μέσα μου.

Και δεν έρχεται.

Και όμως…
δεν φεύγω.

Γιατί θυμάμαι.

Θυμάμαι τον Θωμά.

Τον δικό Σου.
Τον μαθητή.
Τον άνθρωπο που Σε είδε…
και δεν πίστεψε.

Και παίρνω θάρρος.

Γιατί αν εκείνος στάθηκε μπροστά Σου…
και δίστασε…

τότε εγώ…
δεν είμαι χαμένος.

Και η κραυγή του…
γίνεται δική μου.

Δεν θέλω να ξέρω.
Θέλω να ζήσω.

Δεν θέλω να ακούω.
Θέλω να καίγομαι.

Και τότε…
αρχίζει να ανοίγει κάτι.

Σιωπηλά.
Ανεπαίσθητα.

Και ακούω μέσα μου:

η Βασιλεία…
δεν έρχεται με θόρυβο.

Δεν θα σου πουν «εδώ»…
ούτε «εκεί».

Γιατί είναι…
εντός σου.

Μέσα μου;

Εκεί που δεν τολμώ να κοιτάξω;
Εκεί που κρύβομαι;

Και αν…
αν κατοικήσεις εκεί…

τότε…

τότε η καρδιά δεν θα αντέξει.

Θα σπαράξει.
Θα ανοίξει.
Θα φωνάξει.

Όχι με λέξεις.

Με ύπαρξη.

Και τότε…

θα Σε γνωρίσω.

Όχι γιατί Σε βρήκα.
Αλλά γιατί Σε άφησα να φανερωθείς.

Και η πίστη…
δεν θα είναι πια δρόμος.

Θα είναι ζωή.

Και τώρα…
καθώς στέκομαι μέσα σε όλα αυτά που είπα,
δεν μπορώ πια να κρύψω την αλήθεια.

Ο Θωμάς… δεν είναι εκείνος.

Είμαι εγώ.

Είμαι εγώ όταν λέω ότι πιστεύω…
και όμως μέσα μου φοβάμαι.

Είμαι εγώ όταν κοινωνώ…
και όμως δεν τολμώ να πιστέψω ότι αγγίζω τη Ζωή.

Είμαι εγώ όταν ακούω για θαύματα…
και μέσα μου ψιθυρίζω «μήπως δεν είναι έτσι;»

Είμαι εγώ…
που θέλω να Σε δω για να πιστέψω,
να Σε αγγίξω για να βεβαιωθώ,
να Σε νιώσω για να παραδοθώ.

Και χρόνια τώρα…
Σου ζητώ αποδείξεις.

Και χρόνια τώρα…
Εσύ δεν θυμώνεις.

Δεν με απορρίπτεις.
Δεν με ελέγχεις.

Έρχεσαι.

Σιωπηλά.
Ταπεινά.
Υπομονετικά.

Και στέκεσαι μπροστά μου…
όπως τότε.

Και μου λες:

«Έλα».

Όχι με αυστηρότητα.
Με αγάπη.

«Έλα…
φέρε το δάχτυλό σου.
Μη φοβάσαι την αλήθεια σου».

Και εγώ…
τρέμω.

Γιατί καταλαβαίνω κάτι που δεν ήθελα να δω:

Δεν φοβάμαι ότι δεν υπάρχεις.
Φοβάμαι… ότι υπάρχεις.

Φοβάμαι ότι αν Σε αγγίξω…
θα πρέπει να αλλάξω.

Και μένω εκεί.

Μισός.

Μισή πίστη.
Μισή παράδοση.
Μισή ζωή.

Και όμως…
Εσύ δεν φεύγεις.

Έρχεσαι ξανά.

«Μεθ’ ημέρας οκτώ…»

Πάντα έρχεσαι.

Όχι γιατί το αξίζω.
Αλλά γιατί με αγαπάς.

Και κάθε φορά…
μου δίνεις την ίδια ευκαιρία.

Όχι να αποδείξω.
Αλλά να παραδοθώ.

Και τότε…
μέσα από αυτό το ρήγμα της αμφιβολίας…
αρχίζει να γεννιέται κάτι άλλο.

Όχι βεβαιότητα.
Όχι γνώση.

Αλήθεια.

Και η καρδιά…
που τόσα χρόνια σιωπούσε…
αρχίζει να σπάζει.

Και μέσα από το σπάσιμο…
να μιλά.

Όχι δυνατά.
Αλλά αληθινά.

«Ο Κύριός μου…
και ο Θεός μου…»

Όχι σαν λόγια.
Σαν ζωή.

Και τότε καταλαβαίνω…

Ο Θωμάς δεν ήταν άπιστος.
Ήταν ο πιο ειλικρινής.

Δεν έκρυψε την πληγή του.
Την έφερε μπροστά στον Θεό.

Και ο Θεός…
δεν την έκλεισε με λόγια.

Την άγγιξε.

Και την έκανε πίστη.

Τώρα δεν ντρέπομαι πια να πω:

είμαι ο Θωμάς.

Και δεν θέλω να πάψω να είμαι.

Γιατί μέσα από αυτόν τον δρόμο…
δεν βρίσκω απαντήσεις.

Βρίσκω Εσένα.

Και αυτό…
μου αρκεί.

Φλέγων Νηρεύς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Recent Posts

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου