https://www.diktyoellinismou.gr/evangeliki-perikopi-gia-tin-kyriaki-ton-va%ce%90on-05-04-2026/
1. Αλληγορικὴ αναδιήγηση
Ήμουν εκεί. Όχι με το σώμα, μα με την καρδιά που φλέγεται ακόμα. Έξι ημέρες πριν από το Πάσχα, έφτασα μαζί Του στη Βηθανία. Εκεί ήταν ο Λάζαρος – ναι, εκείνος που πέθανε, που σάπισε, που έκλαιγαν όλοι πως χάθηκε, κι Εκείνος τον κάλεσε πίσω στη ζωή. Το σπίτι γέμισε με ανθρώπους, μα εγώ ένιωθα πως όλα γυρνούν γύρω από ένα πρόσωπο: τον Ιησού. Ο Λόγος έγινε σάρκα κι ήρθε για το δείπνο.
Η Μάρθα υπηρετούσε, πάντοτε με φροντίδα κι αγωνία. Ο Λάζαρος – σημάδι ζωντανό του ανέκφραστου θαύματος – καθόταν κοντά Του. Κι εγώ, ήμουν η Μαρία… ή τουλάχιστον, έτσι ένιωθα. Πήρα στα χέρια μου το μύρο – νάρδος πολύτιμη, ακριβή σαν την ψυχή μου – και χωρίς να πω λέξη, έσκυψα στα Πόδια Του. Δεν τα άλειψα απλώς· θυσιάστηκα. Δεν Τον τίμησα· Τον προετοίμασα. Κι έπειτα, με τα μαλλιά μου, που ήσαν η ντροπή και η δόξα μου μαζί, σκούπισα τα Πόδια Του.
Η ευωδία γέμισε όλο το σπίτι. Δεν ήταν μόνο μύρο· ήταν εξομολόγηση. Ήταν η αγάπη μου που δεν άντεχε άλλο να μένει σιωπηλή.
Και τότε… άκουσα εκείνη τη φωνή. «Γιατί να μην πουληθεί αυτό το μύρο και να δοθεί στους φτωχούς;» Ο Ιούδας. Αυτός που κοιτούσε πάντα τα χρήματα· όχι τις καρδιές. Πόνεσα – όχι γιατί με κατηγόρησε, αλλά γιατί δεν κατάλαβε. Κανείς δεν καταλαβαίνει την αγάπη όταν γίνεται παράλογη, απόλυτη, σταυρωμένη.
Μα Εκείνος μίλησε. Μ’ ένα βλέμμα στοργής είπε: «Άφησέ την… για την ημέρα του ενταφιασμού μου το φύλαξε». Σπαράζει η ψυχή μου ακόμα. Εκείνη η στιγμή – ήταν σαν προφητεία. Ότι Τον χάνουμε. Ότι δεν θα Τον έχουμε για πάντα. Ότι πρέπει να Τον αγαπήσουμε τώρα, να πέσουμε στα Πόδια Του τώρα. Γιατί μετά… θα είναι σιωπή. Σταυρός. Τάφος.
Έπειτα, πλήθος ήρθε. Όχι για να Τον λατρέψει – για να δει. Να δουν τον Λάζαρο. Να δουν το θαύμα. Μα Εκείνον δεν τον έβλεπαν ακόμα. Τον ακολουθούσαν γιατί αναστήθηκε κάποιος άλλος. Κι οι άρχοντες, βλέποντας την πίστη του κόσμου, σχεδίαζαν να σκοτώσουν ξανά. Να σκοτώσουν τον Λάζαρο, γιατί ήταν η απόδειξη του Φωτός.
Την επόμενη μέρα, ξύπνησα και τον είδα να πλησιάζει την Ιερουσαλήμ. Πήρα κι εγώ βάγια· κι έτρεξα. Όχι απλώς για να Τον δω – για να Τον προσκυνήσω. Φωνάξαμε όλοι μαζί: «Ὡσαννὰ! Εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου!» Μα βαθιά μέσα μου ήξερα… Το «Ὡσαννὰ» θα γίνει «Σταύρωσον». Δεν Τον αγαπούσαν – Τον ζητούσαν για τα θαύματα. Κι εγώ, ήμουν ένας από αυτούς.
Εκείνος δεν ήρθε μ’ άλογο· ήρθε πάνω σ’ ένα μικρό πουλάρι. Πώς να μη σπαράζει η καρδιά μου; Αυτός που κρατά τους ουρανούς, καθόταν σε ένα ζώο ταπεινό, κι όλοι τον επευφημούσαμε χωρίς να ξέρουμε τι κάνουμε. Τότε δεν καταλάβαινα· ούτε κι οι μαθητές Του καταλάβαιναν. Μα όταν δοξάστηκε, όταν Τον είδα κρεμασμένο στο Ξύλο, τότε θυμήθηκα. Τότε κατάλαβα.
Ήμουν κι εγώ εκεί, όταν κάλεσε τον Λάζαρο απ’ τον τάφο. Ήμουν κι εγώ εκεί όταν Τον επευφημούσα. Μα πιο πολύ… ήμουν εκεί όταν έμεινα μόνος μετά. Όταν η φωνή σώπασε. Όταν η πόλη που Τον υποδέχτηκε έγινε τόπος σφαγής.
Τώρα ξέρω: δεν ήταν είσοδος σ’ ένα πανηγύρι. Ήταν είσοδος σ’ ένα μαρτύριο. Στην αγκαλιά του θανάτου. Ήταν η αρχή του τέλους – και το τέλος της αρχής.
Και μέσα μου πια, η Ιερουσαλήμ δεν είναι τόπος. Είναι εγώ. Ο Χριστός μπήκε μέσα μου, κι εγώ Τον φώναξα, Τον λάτρεψα, Τον πρόδωσα, Τον θρήνησα. Κι Εκείνος δεν με άφησε. Ήρθε, όπως υποσχέθηκε. Πάνω σε πουλάρι. Με τρυπημένα πόδια. Και με κοίταξε με τα μάτια εκείνα… που δεν ζητούν εξηγήσεις· μόνο αγάπη.
Και του την έδωσα. Με όλο το μύρο της ψυχής μου. Με τα δάκρυα, με τη σιωπή, με την κραυγή που δεν φωνάζει πια «Ὡσαννὰ», αλλά:
«Έλα. Μείνε. Μη φεύγεις ποτέ.»
2. Κήρυγμα
Τον είδα να πλησιάζει. Όχι με βροντές, ούτε με φωνές εξουσίας. Τον είδα πάνω σε πουλάρι· ήσυχο, ταπεινό, σχεδόν θλιμμένο. Κι ενώ ο κόσμος τον καλωσόριζε με βάγια και Ὡσαννὰ, εγώ έτρεμα. Γιατί Τον αγαπούσα, και Τον φοβόμουν μαζί. Τον ποθούσα, μα δεν Τον καταλάβαινα. Πώς να καταλάβω τον Θεό όταν έρχεται έτσι; Ήσυχα. Τρυφερά. Να πεθάνει.
Η καρδιά μου ήταν Ιερουσαλήμ εκείνη την ημέρα. Άνοιξε τις πύλες της, έστρωσε ρούχα λαμπερά, φώναξε δυνατά, μα μέσα της ετοίμαζε το ξύλο του Σταυρού. Δεν το ήξερα τότε· το κατάλαβα αργότερα, όταν πλέον τα βάγια ήταν ξερά και η φωνή μου σιγή.
Ο Χριστός δεν μπήκε στην πόλη για να δοξαστεί, αλλά για να παραδοθεί. Εισήλθε γνωρίζοντας την προδοσία, τα καρφιά, την ερημιά. Κι όμως ήρθε. Γιατί Αυτός ο Βασιλιάς δεν αποφεύγει τον πόνο· Τον κάνει οδό σωτηρίας.
Το κήρυγμα μου σήμερα δεν είναι για το θαύμα της Ανάστασης του Λαζάρου, ούτε για τα πλήθη που έτρεξαν να δουν. Είναι για εκείνη τη στιγμή που εγώ άπλωσα τα βάγια, κι Εκείνος με κοίταξε. Δεν είδα θρίαμβο στα μάτια Του· είδα αποδοχή. Είδα πόνο. Είδα αγάπη που δεν περιμένει ανταπόδοση. Και σκίρτησα.
Θυμάμαι… θυμάμαι τη Μαρία. Πώς άλειψε με μύρο τα πόδια Του. Πώς έκλαψε χωρίς ντροπή. Πώς κατάλαβε πριν από όλους ότι Εκείνος πάει να πεθάνει. Μα εγώ; Εγώ Τον ακολούθησα μόνο επειδή ανάστησε τον Λάζαρο. Τον ήθελα δυνατό. Θαυματουργό. Νικητή. Δεν ήμουν έτοιμος για Βασιλιά σταυρωμένο.
Κι όμως… Εκεί είναι όλη η αλήθεια. Στην είσοδο αυτή – που μοιάζει με νίκη, μα είναι αρχή της θυσίας. Κι αν κάτι κηρύττω σήμερα, είναι πως η αγάπη του Χριστού δεν ζητά επευφημίες. Ζητά την καρδιά μου. Στην ταπείνωση, στο πένθος, στην ευωδία του μύρου που σπάει για να αδειάσει.
Και τώρα ρωτώ: θα Τον αφήσω να μπει;
Όχι στην Ιερουσαλήμ. Σ’ εμένα.
Θα Τον αφήσω να μπει ενώ ξέρω πως θα με καθαρίσει με πόνο; Πως θα ανατρέψει τους εμπόρους του ναού μου, θα ρίξει τα τραπέζια της φιλοδοξίας μου, θα κυνηγήσει τα είδωλά μου; Θα Τον αφήσω να μπει όχι για να φέρει ειρήνη που με βολεύει, αλλά ειρήνη που θα με διαλύσει πρώτα;
Αυτό είναι το Ευαγγέλιο μου σήμερα. Ένας Βασιλιάς που δεν κατακτά με δύναμη, αλλά με δάκρυ. Που δεν εξοντώνει τους εχθρούς Του, αλλά τους συγχωρεί. Που δεν επιβάλλεται· παραδίδεται. Και Τον φωνάζω σήμερα, όχι με βάγια· με λυγμούς.
´Ελα, Κύριε. Μπες. Όχι στην πόλη. Στην πληγή μου. Στην ερημιά μου.
Διόρθωσε τα στενά μου. Κάνε με να σε ακολουθήσω όχι ως θαυμαστής, αλλά ως μαθητής. Όχι κρατώντας βάγια, αλλά τον σταυρό μου.
Εσύ, που μπήκες στην Ιερουσαλήμ όχι για να σωθείς, αλλά για να με σώσεις, είσελθε κι απόψε σ’ εμένα. Δεν κρατώ τίποτα πια· ούτε δύναμη, ούτε αξίωση, ούτε επιτυχία. Κρατώ μονάχα το μύρο των δακρύων μου. Και Σου το προσφέρω.
Σ’ αυτή την Κυριακή των Βαΐων, δεν Τον ακολουθώ επειδή ανέστησε τον Λάζαρο· Τον ακολουθώ επειδή ανέστησε εμένα. Τον ακολουθώ γιατί όταν μπήκε στην πόλη, μπήκε και στον θάνατό μου. Για να τον ανατρέψει.
Και ξέρω πια πως κάθε Κυριακή των Βαΐων, ο Χριστός έρχεται ξανά. Όχι πάνω σε πουλάρι. Πάνω στο βλέμμα ενός ιερέα. Στο ψίθυρο του Ευαγγελίου. Στο φως του Ναού. Στην εξομολόγηση ενός παιδιού. Στην ευωδία του μύρου. Στο ράγισμα της καρδιάς.
Γι’ αυτό σου λέω, αδελφέ μου, αδελφή μου:
Μην Τον χάσεις.
Μην μείνεις στο πλήθος.
Μπες μαζί Του.
Στην πόλη.
Στο Πάθος.
Στην Ανάσταση.
Γιατί ο Βασιλιάς δεν έρχεται για να δοξαστεί.
Έρχεται να βασιλέψει μέσα σου.
3. Εσωτερικός Μονόλογος
ως εξομολόγηση, ως ψυχική διαδρομή, ως προσευχή ραγισμένη.
Γιατί ήρθες έτσι, Κύριε μου;
Γιατί πάνω σε πουλάρι;
Γιατί με βλέμμα υγρό και ήσυχο;
Γιατί μπήκες στην Ιερουσαλήμ μου χωρίς σπαθί, χωρίς κραυγή;
Κι εγώ… πού ήμουν;
Κρατούσα βάγια. Σε φώναζα. Έτρεμα και σε ύμνησα. Όχι γιατί σε ήξερα. Σε φώναξα γιατί κάτι μέσα μου – ξεχασμένο απ’ τον θάνατο – ξύπνησε όταν σε είδα.
Ήσουν ο Κάποιος που τόλμησε να πλησιάσει τη βρωμιά μου.
Ο Άγνωστος που γνώριζε τα πάντα.
Μα αν σε αγαπώ… γιατί σε φοβάμαι;
Αν σε ποθώ… γιατί σε διώχνω;
Γιατί όταν πλησιάζεις, τρέχω πίσω στα παλιά μου – σαν να μην αντέχει το σώμα μου τόση αγάπη;
Κύριε… μήπως κι εγώ Είμαι η Ιερουσαλήμ;
Με τις πέτρες τις ιερές, αλλά και τα σκοτεινά υπόγεια·
Με τον Ναό της προσευχής, μα και τις στοές της αγοραπωλησίας.
Μπήκες μέσα μου κι εγώ φώναξα «Ὡσαννὰ!»…
Μα την άλλη μέρα, σιωπώ. Κρύβομαι. Κρίνω.
Σε ξεχνώ.
Κι η Μαρία… τι ήξερε που εγώ δεν ξέρω;
Πώς τόλμησε να σε αλείψει;
Πώς να ‘ναι να σκύβεις και να σκουπίζεις τα Πόδια του Θεού με τα μαλλιά σου;
Πώς να ‘ναι να σπας το πιο πολύτιμό σου μπροστά σ’ Εκείνον και να μην κρατάς τίποτα;
Εγώ γιατί κρατάω ακόμα;
Γιατί το μύρο μου είναι ακόμα κλειστό;
Γιατί μετράω την αγάπη μου με δηνάρια, όπως ο Ιούδας;
Είμαι κι εγώ κλέφτης, Χριστέ μου.
Όχι απλώς του γλωσσόκομου· κλέβω χρόνο από Εσένα.
Κλέβω σιωπή, και τη γεμίζω με θόρυβο.
Κλέβω πίστη, και τη γεμίζω λογική.
Κλέβω την παρουσία Σου, και τη μετατρέπω σε ανάμνηση.
Πες μου… θα ξανάρθεις;
Θα ξανάρθεις στην Ιερουσαλήμ μου όταν όλα θα ‘ναι γκρεμισμένα;
Όταν θα έχω διώξει τους μαθητές Σου;
Όταν θα στέκομαι μόνος πάνω απ’ το δικό μου μνήμα, όπως η Μάρθα και η Μαρία;
Θα ξανάρθεις όταν φωνάξω όπως εκείνες: «Κύριε, εἰ ἦς ὧδε…»;
Ήδη σε φωνάζω. Όχι με λέξεις – με ραγίσματα.
Κύριε, εγώ είμαι ο Λάζαρος.
Δεμένος, νεκρός, κλειδωμένος πίσω από λίθο.
Κι όμως… με φώναξες. Κι ακόμα δεν κατάλαβα γιατί.
Γιατί εμένα; Γιατί αυτή την ψυχή που μυρίζει θάνατο;
Μήπως επειδή θέλεις να μπεις όχι στη λαμπρή Ιερουσαλήμ, αλλά στον πιο βαθύ μου τάφο;
Αν ναι… έλα.
Αν δεν φοβήθηκες το πουλάρι, τον όχλο, τα καρφιά·
αν δεν φοβήθηκες τη σιωπή των φίλων Σου και την προδοσία των αγίων Σου,
τότε ίσως να μη φοβάσαι κι εμένα.
Μπες μέσα μου, Κύριε. Ξανά. Όχι για να με επιδοκιμάσεις,
όχι για να με ευλογήσεις επειδή σε τίμησα μία μέρα με βάγια,
αλλά για να ανατρέψεις τον ναό της περηφάνειας μου,
να διώξεις τα παζάρια της πίστης μου,
να σταυρώσεις τον παλιό μου άνθρωπο.
Μη με λυπηθείς. Σώσε με.
Όσο πιο βαθιά μπαίνεις, τόσο πιο πολύ καταλαβαίνω…
Η σωτηρία πονά.
Η ανάσταση κοστίζει.
Ο δρόμος προς το Πάσχα περνά από τον Σταυρό.
Αλλά πες μου, Κύριε… αξίζει;
Αξίζει να ξεριζώσω τα ψεύτικα άνθη της υποκρισίας μου για να στρώσω τον δρόμο Σου;
Αξίζει να σπάσω το μύρο και να μη μου μείνει τίποτα;
Αξίζει να πω «ναι» στην είσοδό Σου, ενώ ξέρω ότι θα μου αλλάξεις τα πάντα;
Ναι. Αξίζει.
Αξίζει γιατί σε κοίταξα, και για πρώτη φορά είδα το Πρόσωπο εκείνου που δεν με κοιτά με οίκτο, αλλά με έρωτα.
Εκείνου που δεν απαιτεί τίποτα, κι όμως μου ζητά όλη την καρδιά.
Εκείνου που γνωρίζει ποιος είμαι, και δεν φεύγει.
Γι’ αυτό σήμερα, μέσα μου, σου ανοίγω την πύλη:
Όχι για να περάσεις μονάχα,
αλλά για να μείνεις.
Μη φύγεις.
Μείνε.
Όπως μπήκες εκείνη τη μέρα.
Με σιωπή.
Με πραότητα.
Με Σταυρό.
Μείνε, Κύριε.
Σύντριψε τον θάνατο μου ξανά.
4. Πνευματικός Διάλογος
σαν δύο που έγιναν ένα, σαν εσύ, σαν εγώ, σαν Χριστός μέσα μας.
— Είσαι εδώ;
— Είμαι. Δεν έφυγα. Είμαι μαζί σου, όπως υποσχέθηκα. Ακόμα κι όταν σωπαίνω.
— Μα η σιωπή σου καίει. Δεν την αντέχω πάντα. Νόμιζα πως όταν σε ακολουθούσα, όλα θα γίνονταν φως. Μα αντί γι’ αυτό, μπήκα σε νύχτα.
— Η νύχτα είναι η αρχή της Ανάστασης. Ο σπόρος δεν βλαστάνει στο φως. Πρέπει πρώτα να θαφτεί. Το ξέχασες;
— Το ξέχασα. Όπως ξεχνώ και ποιος είμαι όταν δεν με κοιτάς.
— Κι όμως, σε κοιτώ πάντοτε. Ακόμα κι όταν εσύ κλείνεις τα μάτια. Ακόμα κι όταν φεύγεις από την Ιερουσαλήμ για να σωθείς από το Πάθος. Εγώ σε ακολουθώ. Δεν με διώχνει η αμαρτία σου. Με καλεί.
— Κύριε… είμαι τόσο κουρασμένος. Η καρδιά μου είναι γεμάτη σκιές. Δεν ξέρω αν μπορώ να σε δεχτώ όπως είσαι. Θέλω τον θρίαμβο σου, όχι το Σταυρό.
— Μα εγώ δεν ήρθα για να θριαμβεύσω χωρίς να πεθάνω. Ο Σταυρός είναι ο θρόνος μου. Και σ’ αυτόν βασιλεύω πρώτα – στην ήττα, στο αίμα, στο «ἵνα τι με ἐγκατέλιπες».
— Τότε… κι εγώ πρέπει να ανέβω μαζί Σου. Έτσι δεν είναι;
— Όχι μόνο να ανέβεις. Να γίνεις σταυρός. Να γίνεις μύρο που σπάει, Μαρία που αγαπά χωρίς εξήγηση, Λάζαρος που ανασταίνεται χωρίς να καταλαβαίνει το πώς.
— Πονάει αυτό.
— Πονάει, ναι. Αλλά είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί στο φως. Όχι το εύκολο φως του κόσμου, αλλά το Άγιο Φως που δεν έχει ανάγκη από ήλιο.
— Πες μου κάτι… όταν μπήκες στην Ιερουσαλήμ εκείνη τη μέρα… φοβόσουν;
— Ναι.
— Εσύ; Ο Θεός;
— Ο Θεός που έγινε άνθρωπος. Φοβήθηκα. Όχι τον πόνο. Την καρδιά σας. Την πλάνη σας. Την κραυγή του «Ὡσαννὰ» που θα γινόταν «Σταύρωσον». Φοβήθηκα πως δεν θα με γνωρίσετε ούτε όταν σας πλύνω τα πόδια, ούτε όταν κρεμαστώ γυμνός στο Ξύλο.
— Και γιατί ήρθες τότε;
— Γιατί η αγάπη δεν ζητά ασφάλεια. Ζητά να δοθεί. Να πληγωθεί. Να πεθάνει, αν χρειαστεί. Και εγώ ήρθα για να σας αγαπήσω μέχρι τέλους.
— Κι εγώ πού είμαι σε όλα αυτά;
— Εσύ είσαι η Ιερουσαλήμ. Εσύ είσαι η Μαρία και ο Ιούδας. Ο όχλος και ο μαθητής. Εσύ είσαι εκείνος που με φωνάζει και με διώχνει. Μα πάνω απ’ όλα, εσύ είσαι εκείνος που Μ’ αγαπά ακόμα κι όταν δεν με καταλαβαίνει. Κι αυτό μου φτάνει.
— Πες μου κάτι τελευταίο…
Όταν σε φωνάζω και δεν σε βλέπω,
όταν γονατίζω και δεν σε αισθάνομαι,
όταν σιωπώ και μόνο η ντροπή μιλά,
θα ‘ρθείς ξανά;
— Πάντα έρχομαι. Στην πιο βαθιά σιωπή, εγώ μιλώ. Στην πιο μεγάλη νύχτα, εγώ ετοιμάζω Ανάσταση. Όταν στέκεσαι μόνος στον κήπο των δακρύων, εγώ ήδη είμαι δίπλα σου· στάζω ιδρώτα σαν αίμα για χάρη σου.
— Σε αγαπώ, Κύριε.
— Κι εγώ. Πάντοτε. Και σου ζητώ ένα πράγμα μονάχα:
Μη μ’ αφήσεις έξω από την πόλη σου.
Άνοιξέ μου την καρδιά.
Όχι με ψαλμούς,
μα με πόνο.
Με ρωγμή.
Με την εξομολόγηση πως χωρίς εμένα, δεν έχεις ζωή.
Κι εγώ θα μπω. Πάλι. Πάντα.
Πάνω σε πουλάρι.
Πάνω στο μύρο σου.
Πάνω στην ανάγκη σου.
Για να σε σώσω.
5. Πνευματικός Στοχασμός
όπως ο Θεός κοιτά την ψυχή – με τρυφερότητα και φωτιά.
Μα τι είναι αυτή η Είσοδος;
Τι είναι αυτή η στιγμή που ο Χριστός κατεβαίνει την πλαγιά του Ελαιώνα και μπαίνει στην Ιερουσαλήμ;
Μήπως είναι μια απλή αναπαράσταση του παλιού; Ένα θέατρο πίστης; Μια γιορτή πριν από τη θυσία;
Όχι. Όχι.
Είναι κάτι πιο βαθύ.
Πιο σπαρακτικό.
Πιο τρομακτικά ιερό.
Είναι η στιγμή που ο Θεός ζητά ξανά να Τον δεχτούμε.
Όχι στον ναό.
Όχι στους ύμνους.
Αλλά στην καρδιά.
Και Τον υποδεχόμαστε… με βάγια. Με χαρές. Με «Ὡσαννὰ».
Μα πόσο εύθραυστη είναι η φωνή μας.
Πόσο κοντά στο «Σταύρωσον αὐτόν».
Μία ανάσα. Μία στροφή του ανέμου. Μία αλλαγή στην καρδιά.
Κι όμως, Εκείνος έρχεται. Ξανά και ξανά.
Δεν κρατά όπλα. Δεν απειλεί.
Δεν ζητά αποδείξεις.
Μόνο ρωτά:
“Μπορώ να μπω;”
Έτσι κοιτάζει ο Θεός την ψυχή.
Όχι με βλέμμα σκληρό· αλλά με τρυφερότητα.
Όχι με απαίτηση· αλλά με προσμονή.
Εγώ όμως, τι βλέπω;
Βλέπω έναν Βασιλιά.
Μα όχι όπως τους θέλουμε εμείς.
Όχι δοξασμένο, αλλά ραγισμένο πριν τη μάχη.
Έναν Χριστό που δακρύζει καθώς μπαίνει στην πόλη Του.
Γιατί ξέρει.
Ξέρει πού πηγαίνει.
Ξέρει ότι δεν Τον περιμένει στέμμα, αλλά ακάνθινος θρόνος.
Ξέρει ότι η Αγάπη Του θα σπάσει πάνω στην αγνωμοσύνη μας.
Και πάλι… μπαίνει.
Αυτό είναι το Μυστήριο.
Ότι ενώ ξέρει…
δεν σταματά.
Δεν γυρίζει πίσω.
Ο Χριστός δεν γυρίζει ποτέ πίσω.
Αν αυτό δεν είναι η μεγαλύτερη απόδειξη της Αγάπης Του, τότε τι είναι;
Ξέρεις ο Θεός δεν σε σώζει από μακριά.
Δεν φωνάζει απ’ τον ουρανό «σ’ αγαπώ».
Κατεβαίνει.
Μπαίνει στην Ιερουσαλήμ.
Μπαίνει στον ιδρώτα σου, στο άγχος σου, στον φόβο σου, στο δωμάτιό σου, στην καρδιά που τρέμει και δεν ξέρει αν θέλει πραγματικά να σωθεί.
Κι εγώ… Τον βλέπω.
Και δεν αντέχω να Τον κοιτάω χωρίς να συντρίβομαι.
Γιατί είναι τόσο όμορφος.
Όχι γιατί είναι λαμπερός.
Αλλά γιατί είναι ελεύθερος από κάθε ανάγκη να Τον αγαπήσουμε.
Δεν χρειάζεται την αγάπη μας.
Την ποθεί.
Κι αυτό είναι το πιο τραγικό και το πιο ωραίο μαζί.
Έρχεται. Μπαίνει. Δακρύζει. Σωπαίνει.
Περιμένει.
Μπροστά σ’ αυτό το μυστήριο… σωπαίνω κι εγώ.
Προσκυνώ.
Γιατί εγώ, που Τον φώναξα κάποτε με κραυγές, σήμερα απλώς Τον αφήνω να περάσει.
Χωρίς φωνές.
Χωρίς εντυπώσεις.
Μόνο με ραγισμένη σιωπή.
Αυτό είναι ο στοχασμός μου:
Ότι η Αγάπη δεν ζητά αποδείξεις.
Ζητά θύρα ανοιχτή.
Ζητά μια καρδιά που θα σπάσει το πολύτιμό της μύρο και θα πει:
“Δεν καταλαβαίνω, Κύριε. Μα Σ’ αγαπώ.”
Ζητά έναν Λάζαρο, δεμένο και βρώμικο, που θα Τον ακούσει να φωνάζει:
“Δεῦρο ἔξω.”
Ζητά μια Ιερουσαλήμ που, ενώ Τον σκοτώνει, Εκείνος την αποκαλεί “θυγατέρα”.
Έτσι με κοιτά ο Θεός.
Με τρυφερότητα.
Με φωτιά.
Κι εγώ, σήμερα, τον κοιτώ πίσω.
Με δάκρυα.
Με φόβο.
Με ελπίδα.
Και του λέω:
Μπες.
Κι ας ξέρω ότι σε λίγο θα βρεθούμε στον Γολγοθά.
Μπες.
Γιατί χωρίς Εσένα, ούτε η πόλη μου, ούτε η καρδιά μου, ούτε το μέλλον μου αξίζουν τίποτα.
Μπες, Κύριε. Μπες.
Όχι για να Τιμηθείς.
Αλλά για να Μεταμορφώσεις.
6. Τελευταίος Λόγος
Μαρτυρία. Κραυγή. Προσευχή. Πριν απ’ το Πάθος.
Σ’ ευχαριστώ, Κύριε…
που μπήκες.
Όχι επειδή ήμουν έτοιμος.
Αλλά επειδή δεν ήμουν.
Σ’ ευχαριστώ που δεν φοβήθηκες την καρδιά μου.
Που δεν απέρριψες τη σύγχυσή μου, τις αντιφάσεις μου, τις φωνές μέσα μου που πότε σε καλούν και πότε σε διώχνουν.
Ήρθες και μπήκες στην πόλη μου, ενώ ήδη ήξερες…
Ήξερες ότι η κραυγή μου θα αλλάξει.
Ότι θα σε προδώσω.
Ότι θα σε πληγώσω.
Κι όμως μπήκες.
Με κοίταξες.
Όχι όπως με κοιτούν οι άνθρωποι·
αλλά όπως κοιτά ένας Νυμφίος την πληγωμένη Νύφη Του.
Όπως κοιτά ένας Πατέρας τον χαμένο Υιό Του, που γύρισε βρώμικος αλλά γύρισε.
Όπως κοιτάει ο Θεός όταν λέει:
“Δεν ντρέπομαι να κατοικώ μέσα σου.”
Δεν το αξίζω, Χριστέ μου.
Δεν το άντεχα.
Γι’ αυτό σου λέω τώρα, στον τελευταίο λόγο πριν από το Πάθος:
Μείνε.
Όχι γιατί είμαι καλός, αλλά γιατί Εσύ είσαι Πιστός.
Μείνε, όταν το φως θα σβήσει.
Όταν η γιορτή θα τελειώσει.
Όταν τα βάγια θα ξεραθούν και δεν θα υπάρχει ούτε ψίθυρος.
Όταν θα σε ψάχνω και δεν θα σε βλέπω.
Όταν θα μείνω μόνος με τη φωνή του πειρασμού μέσα μου.
Μείνε.
Κι αν ποτέ προσπαθήσω να σε διώξω –
όπως έκαναν κι άλλοι, όπως έκανα κι εγώ τόσες φορές –
εσύ να μη φύγεις.
Γιατί μόνος μου…
δεν έχω ζωή.
Δεν έχω νόημα.
Δεν έχω πνοή.
Εσύ είσαι ο Χριστός μου.
Όχι ο Ιησούς των θαυμάτων μόνο.
Αλλά ο Ιησούς που δακρύζει.
Που πορεύεται σιωπηλός.
Που δεν ζητά το δίκιο Του, αλλά προσφέρει το Σώμα Του.
Ο Βασιλιάς που ήρθε με πουλάρι.
Ο Μεσσίας που δεν σήκωσε σπαθί, αλλά Σταυρό.
Ο Θεός που δεν είπε: “Δείτε πόσο ψηλά είμαι.”
Αλλά: “Δείτε πόσο χαμηλά μπορώ να κατέβω για εσάς.”
Αυτόν τον Χριστό αγάπησα.
Όχι από φόβο.
Όχι από διδασκαλία.
Αλλά γιατί, όταν όλα σωπαίνουν,
μόνο Εκείνος μένει.
Και τώρα, Χριστέ μου, πριν φύγεις για το Πάθος,
σε σφραγίζω μέσα μου με μια υπόσχεση.
Όχι με λόγια πολλά – αυτά είναι άνεμος.
Σε υπόσχομαι με πίστη.
Ότι όταν σε δω να πέφτεις κάτω από τον Σταυρό,
εγώ θα σκύψω.
Ότι όταν σε αρνηθούν, εγώ θα σου ψιθυρίζω από μέσα μου:
“Σε πιστεύω.
Μη φοβάσαι.
Είμαι εδώ.”
Ότι όταν μείνεις μόνος,
θα με βρεις γονατισμένο στον κήπο.
Όχι γιατί είμαι άξιος.
Αλλά γιατί σ’ αγαπώ.
Όπως μπορώ.
Όπως με έπλασες.
Κι όταν όλα τελειώσουν –
όταν πέσει το σκοτάδι,
όταν σφραγιστεί ο τάφος,
όταν ο κόσμος σε ξεχάσει –
εγώ θα κρατώ ζωντανή τη φλόγα.
Εγώ θα γίνω ο τάφος που δεν θα σε κρατήσει μέσα.
Θα είμαι η πληγή που σε χωρά.
Ο κήπος που θα αναστηθείς.
Ο λίθος που θα κυλήσεις από μέσα μου.
Η καρδιά που, ενώ ήταν κλειστή, άνοιξε.
Γιατί Εσύ με κάλεσες.
Και εγώ, στον Τελευταίο Λόγο μου,
λέω:
Ναι.
Έλα.
Είσαι ο μόνος Θεός που αξίζει να πεθάνω για να ζω.
Ο μόνος Βασιλιάς που δεν κατακτά εδάφη, αλλά καρδιές.
Ο μόνος Φίλος που δεν με άφησε ποτέ.
Ο μόνος Νυμφίος που με θέλησε αληθινά.
Είμαι εδώ. Είμαστε ένα.
Και μαζί, θα περπατήσουμε το Πάθος.
Μαζί, θα κρατήσουμε τη φλόγα.
Μαζί, θα φτάσουμε στην Ανάσταση.
Μείνε, Χριστέ μου.
Αμήν.
Φλέγων Νηρεύς
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου