ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΤΩΛΙΑΣ & ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

ΙΕΡΑ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ  ΑΙΤΩΛΙΑΣ  &  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
200 ΧΡΟΝΙΑ - ΕΞΟΔΟΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ ΙΕΡΑ ΠΟΛΗ

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2026

Από την Αρχαία Ελληνική Τραγωδία στην Ανάσταση

 


1. Μαρτυρία ψυχής για τη διαχρονία του λόγου

Την Τραγωδία την αγάπησα σαν πληγή.

Σαν φωνή που έσπασε μέσα μου, την ώρα που άκουγα για πρώτη φορά τον χορό της Αντιγόνης να λέει:

«πολλὰ τὰ δεινὰ...»

και κατάλαβα πως μέσα σε αυτά τα δεινά υπήρχε κι η δική μου ζωή.

Το δικό μου πάθος. Η δική μου αναζήτηση.

Δεν με δίδαξε ο νους πρώτος·

με δίδαξε το ρίγος.

Κι ύστερα ήρθε ο νους να με ρωτήσει: Τι είναι αυτό που με αγγίζει τόσο; Γιατί ο θρήνος της τραγωδίας μοιάζει με τον θρήνο του Επιταφίου; Γιατί κάθε φορά που τελειώνει μια τραγωδία, νιώθω μια κάθαρση σαν να κοινωνώ;

Κι άρχισα να ψάχνω…

Όχι όπως ψάχνει ο φιλόλογος, μα όπως ψάχνει ο πεινασμένος τον άρτο.

Κι εκεί είδα:

Ότι η αρχαία ελληνική τραγωδία δεν πέθανε.

Δεν είναι απολίθωμα.

Ζει.

Ζει μέσα στη Θεία Λειτουργία.

Ζει μέσα στον Ακάθιστο Ύμνο.

Ζει στο “Άξιον Εστί” του Ελύτη, που δεν είναι ποίημα απλό, μα λειτουργία άλλου καιρού.

Κατάλαβα πως όλα είναι ένα σώμα.

Μια μεγάλη πορεία του Λόγου μέσα στον χρόνο.

Ο μύθος έγινε Μυστήριο.

Ο χορός έγινε Ψαλμός.

Ο ηθοποιός έγινε Ιερέας.

Κι ο άνθρωπος – ο ίδιος πάντα άνθρωπος –

στεκόταν μπροστά σ’ αυτό το θείο δράμα

κι έτρεμε από φόβο και έλεος, όπως είπε κι ο Αριστοτέλης.

Ακριβώς όπως γονατίζουμε και σήμερα, λέγοντας:

«Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε».

Δεν άλλαξε η ψυχή.

Μόνο το περιεχόμενο άλλαξε.

Η κάθαρση δεν ήταν πια συγκίνηση, ήταν Θέωση.

Γι’ αυτό μιλώ. Γι’ αυτό γράφω.

Όχι για να διδάξω. Αλλά για να θυμίσω.

Για να φωνάξω στον σύγχρονο αδελφό μου:

“Δεν ήρθες από το κενό. Ήρθες από μια Ιερή Πορεία. Έχεις ρίζες στην τραγωδία, αλλά ο καρπός σου είναι Ανάσταση.”

Κι εγώ υπάρχω μόνο για αυτό.

Είμαι φωνή που θυμάται.

Είμαι μάρτυρας της συνέχειας.

Είμαι, μαζί σου, ο τελευταίος ποιητής

της μυστικής λειτουργίας του Ελληνικού Λόγου.

Κι αυτό, είναι η απαρχή της ανάστασης.

2. Η Θεία Λειτουργία ως Θείο Δράμα – Μαρτυρία μυστική

Δεν μπορώ να μπω στον ναό και να μην νιώσω ότι βρίσκομαι στο κέντρο του κόσμου.

Όχι γιατί εκεί τελούνται τύποι, αλλά γιατί εκεί τελείται το πιο αληθινό θέατρο της Ιστορίας.

Η Θεία Λειτουργία… δεν είναι επανάληψη.

Είναι παρουσία.

Δεν είναι αναπαράσταση.

Είναι αναστάσιμη αλήθεια.

Είναι ο τόπος όπου ο Λόγος έγινε Σώμα και το Σώμα έγινε Άρτος.

Και ο Άρτος έγινε δρόμος σωτηρίας.

Κάθε φορά που πλησιάζω, νιώθω πως βρίσκομαι στο ίδιο το επίκεντρο της Αρχετυπικής Τραγωδίας.

Ο Αμνός προετοιμάζεται στην Προσκομιδή — όπως σε κάθε αρχαίο πρόλογο προετοιμάζεται το πάθος.

Ο Ιερέας, ντυμένος με την αρχαϊκή του στολή, δεν παριστάνει.

Ζει.

Φέρει.

Μεταμορφώνει.

Δεν είναι “υποκριτής” όπως ονομάζονταν οι ηθοποιοί στην αρχαιότητα,

είναι φορέας της θείας μίμησης.

Όχι μιας μίμησης δήθεν, αλλά μιας Μίμησης Πράξεως Σπουδαίας και Τελείας.

Όπως την όρισε ο Αριστοτέλης.

Όπως την τελεί ο Βασίλειος.

Όπως την κατανοεί κάθε πιστός που ζει το Μυστήριο με φόβο και αγάπη.

Κι οι ψάλτες… δεν είναι διακοσμητικοί.

Είναι ο χορός.

Όπως ο χορός της αρχαίας τραγωδίας στεκόταν ανάμεσα στον θεατή και το δρώμενο — έτσι κι αυτοί στέκουν ανάμεσα σε εμάς και στον Σταυρωμένο.

Όταν ψάλλουν το «Άξιόν εστίν», ακούω το στάσιμο του Οιδίποδα, ακούω τον θρήνο της Ιφιγένειας — μα κυρίως ακούω την χαρμόσυνη πίκρα της Παναγίας,

που γεννά και αποχαιρετά τον Θεάνθρωπο.

Όλα έχουν ρυθμό. Όλα έχουν αρμονία.

Ο διάκονος που φωνάζει

«Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε»

είναι ο ίδιος κήρυκας που, στους αιώνες της αρχαίας πόλης, καλούσε τους πολίτες σε καθαρμό.

Ο ναός είναι σκηνή.

Η Ωραία Πύλη, είσοδος και έξοδος, όπως στην αρχαία σκηνή του Ηρώδειου.

Το θυμιατό δεν είναι θέαμα. Είναι νεφέλη αγία.

Ο λόγος του Ευαγγελίου δεν είναι αφήγηση. Είναι παρούσα φωνή του Θεού.

Μέσα μου — κάθε φορά — γίνεται μάχη.

Ο φόβος του θεατή ενώνεται με τον έλεο του πιστού.

Η κάθαρση δεν έρχεται με το χειροκρότημα.

Έρχεται με το “Κύριε, ελέησον”.

Με τη μετάνοια.

Με τη Θεία Κοινωνία, όπου δεν βλέπω τον Χριστό απλώς — τον μεταλαμβάνω.

Αυτό είναι το νέο νόημα.

Η τραγωδία στην αρχαιότητα έδειχνε την ανθρώπινη ύβρη.

Η Λειτουργία δείχνει τη θεία συγκατάβαση.

Στην Επίδαυρο έβλεπαν τον Προμηθέα να σταυρώνεται για την αγάπη των ανθρώπων.

Στον Γολγοθά, ο Θεός Σταυρώνεται ο ίδιος,

για να σώσει όχι τον πολιτισμό, αλλά την ψυχή μου.

Γι’ αυτό αγαπώ τη Λειτουργία.

Γιατί μέσα της ανασαίνει ολόκληρη η τραγωδία του κόσμου —

και όμως τελειώνει όχι στον θάνατο,

αλλά στην Ανάσταση.

Αυτό είναι το μυστικό που έμαθα:

Η Τραγωδία έφτασε στο τέλος της μέσα στη Θυσία.

Κι από τη Θυσία βγήκε η Σωτηρία.

Κι εγώ υπάρχω,

μόνο για να μαρτυρήσω τούτο:

Όλα όσα είμαστε, όλα όσα ήμασταν,

βρίσκουν το νόημά τους μέσα στον Χριστό.

3. Η Παναγία ως Θέατρο Μυστηρίου – Ο Ακάθιστος Ύμνος

Όταν γονατίζω μπροστά στην εικόνα της Παναγίας,

δεν βλέπω απλώς τη Μητέρα του Θεού.

Βλέπω τη Σκηνή της Ενσάρκωσης.

Βλέπω την Πύλη του Αοράτου να ανοίγει.

Και τότε ακούω τους ύμνους...

Χαίρε. Χαίρε. Χαίρε.

Είκοσι τέσσερις φορές η ψυχή μου σηκώνεται όρθια.

Κι εγώ, μαζί με τον παλιό εκείνο λαό που ξενύχτησε μέσα στην πολιορκία,

φωνάζω με πίστη και δέος:

Τη Υπερμάχω Στρατηγώ τα νικητήρια…

Δεν είναι ποίηση αυτό. Είναι πόλεμος.

Είναι άμυνα και επίθεση.

Είναι δόξα μέσα απ’ τη θλίψη.

Και η Παναγία, εκεί, δεν είναι διακοσμητικό στο μυστήριο της σωτηρίας.

Είναι η ίδια η Γέφυρα.

Είναι η Θεοτόκος του Δράματος.

Ο Ακάθιστος Ύμνος…

Τον κράτησα στα χέρια μου σαν λαμπάδα αναμμένη.

Τον διάβασα σαν ευαγγέλιο λυρικό.

Και κατάλαβα:

Εδώ σμίγει η ποίηση με τη δογματική.

Εδώ η Μητέρα του Θεού γίνεται Μητέρα της Ποίησης.

Η αρχαία τραγωδία είχε τον χορό, να μεσολαβεί ανάμεσα στο κοινό και στους ήρωες.

Ο Ακάθιστος έχει τον ιερέα, να απαγγέλλει τα “χαίρε” αντί φλογισμένων στάσιμων.

Και εγώ, σαν χορός παλαιός,

συμμετέχω:

Χαίρε, δι’ ής νεουργείται η κτίσις!

Χαίρε, δι’ ής λατρεύεται ο Κτίστης!

Αισθάνομαι την πορεία της Μαρίας σαν θέατρο ιερό.

Όχι μυθοπλασία. Όχι παραβολή.

Αλλά ζωντανή θυσία υπακοής.

Από τον Ευαγγελισμό ως την Υπαπαντή,

από τη Φυγή στην Αίγυπτο ως τη Σταύρωση,

η ψυχή της γίνεται στάσιμον θρήνου και δόξας.

Κάθε οίκος του Ακάθιστου είναι ένα επεισόδιο.

Κάθε «χαίρε» είναι ένα θείο χορικό.

Οι μονοί οίκοι είναι οι υμνητικοί ρυθμοί, οι στάσεις ανάσας του ουρανού.

Οι ζυγοί, με το Αλληλούια, είναι το θεϊκό επιφώνημα, η κάθετη πνοή της χάριτος.

Κι εκεί μέσα,

καταλαβαίνω πως δεν είμαι πια απλός αναγνώστης.

Είμαι προσκυνητής ενός λειτουργικού ποιήματος.

Είμαι συν-υμνητής σε μια αρχαία λιτανεία σωτηρίας.

Τί είναι τελικά ο Ακάθιστος Ύμνος;

Είναι η Λειτουργία της Ποίησης.

Η τραγωδία της χαράς.

Το προανάκρουσμα του Θείου Δράματος.

Το σημείο όπου η ανθρώπινη θλίψη μετατρέπεται σε ύμνο ελπίδας.

Εκεί, ο Μύθος της Τραγωδίας,

δίνει το χέρι στον Μύστη της Σωτηρίας.

Εκεί, ο λόγος της Σοφίας,

υποκλίνεται μπροστά στη σιωπή της Υπακοής.

Εκεί, η Παναγία γίνεται το πιο όμορφο ποίημα που γράφτηκε ποτέ χωρίς μελάνι, αλλά με δάκρυα.

Κι εγώ…

εγώ υπάρχω μόνο για να θυμάμαι.

Και να ψέλνω.

Και να διδάσκω την ομορφιά αυτής της σιωπηλής Λειτουργίας,

όπου η Ποίηση γίνεται Μήτρα του Θεού.

Κρατώ στα χέρια μου ένα βιβλίο που δεν είναι βιβλίο.

Είναι Ευαγγέλιο.

Και δεν είναι απλώς Ευαγγέλιο — είναι η Λειτουργία του Ελληνισμού,

υπό μορφή ποιήματος.

Το Άξιον Εστί.

Ο ύμνος εκείνος που έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης,

όχι με πένα,

μα με το αίμα της πατρίδας και το φως της Ανάστασης.

4. Το Άξιον Εστί – Όταν η Τραγωδία μεταμορφώνεται σε Ύμνο Αναστάσιμο

Κάποτε πίστευα πως η ποίηση είναι έργο των ονειροπόλων.

Των μακρινών.

Των μη χρήσιμων.

Ώσπου διάβασα το «Άξιον Εστί» και ένιωσα πως η ποίηση είναι και αυτή θυσία.

Κι ο Ελύτης δεν ήταν απλώς ποιητής.

Ήταν ιερέας λέξεων.

Στήριξε τον άμβωνα του πάνω στο αίμα του ’40 και το πένθος της Κατοχής.

Κι εκεί, μέσα σε σκόνη και τάφο,

έψαλλε Δοξαστικόν.

Κι εγώ, το παιδί του καιρού μου,

ένιωσα μέσα μου ένα κάλεσμα:

Να ξαναδώ τον κόσμο μέσα από τα μάτια εκείνου που δεν έσπασε από τον πόνο,

αλλά μετέγραψε την τραγωδία σε ψαλμωδία.

Το Άξιον Εστί δεν είναι ποίημα.

Είναι Θεία Λειτουργία σε τρία μέρη.

Η Γένεσις: ο Προλογικός λόγος.

Η Τραγωδία του Έθνους: το κύριο μέρος — Αναγνώσματα, Ψαλμοί, Άσματα.

Το Δοξαστικόν: η Έξοδος προς την Ανάσταση.

Και μέσα σε αυτά, όλα όσα έζησε η Ελλάδα:

η φτώχεια, η Κατοχή, η μάχη, η προδοσία —

όλα ενδεδυμένα με ύφος Λειτουργικό,

σαν να θέλει να μας πει:

“Ό,τι πάθαμε δεν είναι ντροπή.

Είναι θυσία.

Και η θυσία, αδελφέ, είναι άξια να ψαλεί.”

Έτσι, η Τραγωδία γίνεται Ύμνος.

Ο θρήνος δεν σβήνει — αλλά ανυψώνεται.

Όπως στην Εκκλησία λέμε “Άξιον εστίν ως αληθώς”,

ο Ελύτης λέει:

Άξιον εστί να υποφέρει κανείς για το φως.

Άξιον εστί να μαρτυρήσει.

Άξιον εστί να υμνήσει.”

Κι εκεί, στα Αναγνώσματα του, βλέπω τους ήρωες να στέκονται όπως οι τραγικοί χαρακτήρες της αρχαιότητας.

Μόνο που τώρα,

η τραγική τους μοίρα δεν οδηγεί στο μηδέν,

αλλά στη Δόξα.

Ο θάνατος τους δεν είναι πτώση,

είναι θύρα προς κάτι Άλλο.

Η ποίηση τους είναι εκκλησιαστική:

Μοιάζει με τον Δαβίδ. Μοιάζει με τους Ψαλμούς.

Και οι λέξεις του —

ερημογέννητες, ηλιοστάλακτες, πέτρινες και φωτεινές —

φέρνουν την αρχαία γλώσσα στα χείλη μας με τέτοιο τρόπο που

η μνήμη γίνεται προσευχή,

και η προσευχή, Ανάσταση.

Ο Ελύτης μου δίδαξε πως

δεν υπάρχει τίποτα πιο υψηλό από την πατρίδα που υποφέρει

και συνεχίζει να ψάλλει.

Δεν υπάρχει τίποτα πιο τραγικό —

και πιο άγιο —

από έναν λαό που αντί να κλαίει,

υψώνει τα μάτια του και λέει:

“Μετά την πίκραν, ήρθε η χαρά.”

Αυτό είναι το Άξιον Εστί:

Ένα Ευαγγέλιο της Ρωμιοσύνης,

γεμάτο αίμα και φως.

Τραγωδία που βαπτίστηκε στο φως της Ποίησης.

Κι εγώ,

μέσα απ’ αυτό το έργο,

ξαναβρήκα τον εαυτό μου ως Έλληνα,

ως ποιητή,

ως πιστό.

5. Η Συνάντηση των Τεχνών στον Ναό – Η Αισθητική του Αοράτου

Μπήκα σ’ έναν παλιό βυζαντινό ναό και δεν ένιωσα ότι απλώς μπήκα σ’ έναν χώρο.

Ένιωσα ότι πέρασα ένα κατώφλι.

Ότι η Πύλη του Ουρανού άνοιξε στα μέτρα της γης.

Κοίταξα γύρω μου:

πέτρα, ασβέστης, ξύλο, χρυσός, μωσαϊκό.

Κι όμως... όλα αυτά δεν ήταν ύλη.

Ήταν προσκυνήματα.

Ήταν φωνές των παλαιών.

Ήταν η Αρχαία Αρμονία, ντυμένη με τη Θεία Λειτουργία.

Στους κίονες, είδα τη Στοά του Σωκράτη να προσκυνά.

Στα τόξα, την Ευκλείδεια γραμμή να σκύβει μπροστά στη χάρη.

Στους ζωφόρους, το παγανιστικό κάλλος να μεταμορφώνεται σε λειτουργική αφήγηση.

Ο Ναός είναι συμφωνία.

Συμφωνία τεχνών, συμφωνία εποχών, συμφωνία πνευμάτων.

Είναι εκεί όπου η φιλοσοφία της Ελλάδας παντρεύεται με το φως της Ανατολής.

Όπου η λογική της ευθείας συνομιλεί με την καμπυλότητα του ουρανού.

Ο Παρθενώνας, στα όρια της τέλειας μορφής.

Η Αγία Σοφία, στα βάθη της θείας αφής.

Κι ανάμεσά τους, εμείς…

τα τέκνα της διαδρομής,

οι ποιητές μιας κληρονομιάς που δεν είναι αρχαιολογία,

αλλά λειτουργική συνέχεια.

Μέσα στον Ναό, όλες οι τέχνες λειτουργούν.

Δεν στολίζουν απλώς —

κηρύττουν.

Η αρχιτεκτονική δεν ορίζει χώρο —

ορίζει ιερότητα.

Η ζωγραφική δεν απεικονίζει —

αποκαλύπτει.

Η μουσική δεν ψυχαγωγεί —

ψυχοσωματίζει.

Ο Ναός είναι το σώμα της Εκκλησίας και κάθε του πέτρα λέει:

“Ένας κόσμος νεκρός έγινε κόσμος θεούμενος.

Ο χώρος έγινε Λόγος.”

Γι’ αυτό κάθε ναός είναι οικοδομημένος λόγος.

Λέξεις από μάρμαρο.

Στίχοι από φως.

Είναι ένας κόσμος που δεν μιλά, αλλά ψέλνει.

Η ζωγραφική, ψαλμός.

Το βιτρό, ευαγγέλιο.

Το κάλλος, οδός καθαρμού.

Κατάλαβα τότε πως η Αρχαία Αρμονία δεν πέθανε.

Δεν την έθαψε ο χρόνος.

Την βάπτισε το φως του Τριαδικού Θεού.

Και δεν με ενδιαφέρει πια το αν ο ρυθμός είναι κορινθιακός ή ιωνικός.

Δεν με νοιάζει αν το αέτωμα είναι του 5ου ή του 12ου αιώνα.

Εκείνο που με συγκλονίζει είναι πως

κάθε καμπύλη και κάθε τοιχογραφία φωνάζει το ίδιο:

“Ο Θεός είναι εδώ.”

Εδώ, στην ύλη που αγίασε.

Εδώ, στο φως που ζωγραφίζει ψυχές.

Εδώ, στην σιωπή του μαρμάρου που έγινε προσευχή.

Κι εγώ, περπατώντας μέσα στον ναό,

δεν ένιωσα πως είμαι επισκέπτης.

Ένιωσα πως είμαι δομικό υλικό κι εγώ.

Μέρος του ναού.

Μέλος του σώματος.

Αυτό είναι το θαύμα:

Ότι η τέχνη, αντί να υψώνει τον άνθρωπο πάνω από τον Θεό,

τον χαμηλώνει, τον μαλακώνει,

τον κάνει να γονατίσει.

Και να αναστηθεί.

6. Η Κάθαρση του Κόσμου – Ο Τελικός Ύμνος της Ρωμιοσύνης

Κοίταξα πίσω και είδα:

την τραγωδία του Προμηθέα,

την κάθαρση της Αντιγόνης,

τον θρήνο της Ιφιγένειας.

Είδα το λουτρό του Διονύσου,

τα Παναθήναια, τον θάνατο του Άδωνι,

την πομπή, τη μυσταγωγία, την έκσταση.

Κι ύστερα κοίταξα μπροστά:

και είδα τον Εσταυρωμένο.

Τον Θεάνθρωπο που δεν στάθηκε ήρωας,

μα Υιός υπάκουος.

Που δεν έφτιαξε έπος, αλλά λύτρωσε το έπος του ανθρώπου.

Είδα την πομπή του Επιταφίου

να ενώνει τον θρήνο της Δήμητρας με τον Θρήνο της Θεοτόκου.

Είδα τη Θεία Λειτουργία να μεταγράφει την τραγωδία σε δοξολογία.

Είδα την Ποίηση του Ελύτη να εκκλησιάζει τον πόνο της Ελλάδας.

Και κατάλαβα:

Η Ρωμιοσύνη δεν είναι μόνο γένος ή ιστορία.

Είναι λειτουργία.

Είναι το σταυροδρόμι όπου η σκιά της αρχαιότητας

σμίγει με το φως της Ανάστασης.

Η αρχαία λατρεία έδινε έκσταση.

Η χριστιανική λατρεία δίνει θέωση.

Οι αρχαίοι μεθούσαν για να ενωθούν με τον θεό.

Εμείς κοινωνούμε,

τον Θεό που πρώτος ήρθε σ’ εμάς.

Δεν φτάνουμε στον ουρανό με μανία και όργιο.

Φτάνουμε με μετάνοια και συμμετοχή στο Ποτήριο της Ζωής.

Είναι τόσο διαφορετικά…

κι όμως τόσο οργανικά δεμένα.

Ο Παύλος το είπε:

«Νυν βλέπομεν δι’ εσόπτρου εν αινίγματι…»

Οι αρχαίοι το έβλεπαν σαν σε καθρέφτη.

Οι Πατέρες το έζησαν πρόσωπο προς πρόσωπο.

Η αρχαιοελληνική σοφία έγινε πρόπτωμα για την Ανάβαση.

Η Τραγωδία έγινε στάδιο για την Καθαρτική Ανάληψη.

Η Εκκλησία δεν αρνήθηκε την παράδοση.

Την βάπτισε.

Την έντυσε με φως.

Κι έτσι γεννήθηκε η Ρωμιοσύνη:

όχι ως μίμηση παλαιού μεγαλείου,

αλλά ως λειτουργία αιωνίου κάλλους.

Και ο Ναός, και η ποίηση, και η μουσική,

και η αρχιτεκτονική,

και ο λόγος,

και η θεατρική συγκίνηση —

όλα έγιναν μια μεγάλη εικονοστάσι του Χριστού.

Κι ο Χριστός —

όχι ως αφηρημένη ιδέα,

αλλά ως Σώμα και Αίμα,

ως Ήλιος της Δικαιοσύνης,

ως τελική Κάθαρση κάθε τραγικής ύπαρξης.

Αυτή είναι η μαρτυρία μου.

Στο ότι η Ελλάδα δεν έζησε μόνο για να φτιάξει θέατρα.

Έζησε για να γεννήσει τη Θεία Λειτουργία.

Και μέσα από αυτήν, να σώσει τον κόσμο.

Αν ήρθε η τραγωδία για να δείξει το μέγεθος της ανθρώπινης πτώσης,

ήρθε η Εκκλησία για να αναδείξει το βάθος της Ανάστασης.

Και εγώ, παιδί αυτού του φωτός,

δεν μπορώ να κάνω τίποτε άλλο

παρά να ψάλλω:

Χαίρε, ο Άγιος Λόγος της Ρωμιοσύνης.

Χαίρε, Εσταυρωμένη Ομορφιά.

Χαίρε, Ανάσταση ποιημένη σε τροπάριο.

Χαίρε, Φως αείζωον του Χριστού.

Άξιον Εστί.

Φλέγων Νηρεύς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Recent Posts

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου