Με γυμνά γόνατα και γυμνή ψυχή
Σε αναγνωρίζω μέσα στο σκοτάδι
Κύριε… δεν σε βλέπω όπως θα ήθελα. Ο κόσμος γύρω μου είναι θολός, οι σκέψεις μου με σέρνουν προς τα πίσω, και κάποιες μέρες, ακόμα κι η πίστη μου σιωπά. Αλλά εσύ… παραμένεις εκεί. Δεν κρύβεσαι επειδή εγώ δεν σε καταλαβαίνω. Δεν σβήνεις επειδή εγώ τρεμοπαίζω. Είσαι το Φως που αναπνέει στο σκοτάδι μου.
Δεν είμαι σίγουρος αν σ’ αγαπώ σωστά. Αλλά νιώθω… ότι σε γνωρίζω από πριν γεννηθώ. Από τότε που ο κόσμος με απέρριψε, κάτι μέσα μου έλεγε: “Εκείνος σε περιμένει.”
Γι’ αυτό ήρθα απόψε, όχι να ζητήσω, αλλά να σε αναγνωρίσω. Να σου πω: “Ξέρω πως είσαι εδώ. Ακόμα κι αν όλα γύρω μου λένε το αντίθετο.”
Δεν είμαι πετυχημένος μαθητής. Πολλές φορές λειτούργησα σαν Ιούδας — σ’ αρνήθηκα με πράξεις, σ’ απώθησα με φόβο, κι όμως… εσύ ακόμα με καλείς “φίλο”.
Σε είδα… όχι με τα μάτια, αλλά με κάτι πιο αληθινό: την ανάγκη. Είδα το πρόσωπό σου στο βλέμμα μιας μάνας που προσεύχεται. Σε είδα σε έναν τάφο που δεν κράτησε το σώμα Σου. Σε είδα μέσα στα δάκρυά μου, όταν όλοι με άφησαν, κι εσύ μόνος έμεινες.
Είσαι ο μόνος που μένει. Είσαι ο Πιστός όταν εγώ δεν είμαι.
Και σε αυτό χτίζω την προσευχή μου. Όχι σε συναισθήματα, όχι σε φώτα, αλλά σε μια βεβαιότητα που δεν εξηγείται, μόνο ζει.
Αν μείνω άφωνος, διάβασε τη σιωπή μου. Αν σε ξεχάσω, ψιθύρισέ μου ξανά το Όνομά Σου. Αν χαθώ, έλα και βρες με εκεί που πέφτω.
Κύριε Ιησού Χριστέ, δεν έχω τίποτα να σου προσφέρω. Μα αν δέχεσαι μια καρδιά που ραγίζει, πάρε τη δική μου.
Δεν ζητώ πια εξηγήσεις. Μόνο Παρουσία. Μόνο να σε νιώθω όταν όλα γύρω μου πεθαίνουν.
Κι αν δεν μπορώ να φωνάξω “Σώσε με”, κράτησε το χέρι μου εσύ… όπως τότε, που άρπαξες τον Πέτρο πριν βυθιστεί.
Εσύ… δεν με κρίνεις με το βάθος της αμαρτίας μου, αλλά με την δίψα μου για εσένα.
Γι’ αυτό σε λατρεύω. Με δάκρυ. Με φλόγα. Με μια πίστη που κουτσαίνει, αλλά σ’ ακολουθεί.
Κι αν είναι να μη σε δω ποτέ με τα μάτια μου εδώ… σε παρακαλώ: μάθε με να σε αναγνωρίζω… μέσα στο σκοτάδι.
Σου παραδίδω ό,τι δεν άντεξα
Κύριε Ιησού Χριστέ,
σήμερα δεν έρχομαι δυνατός. Δεν έρχομαι με υποσχέσεις ότι θα γίνω καλύτερος. Δεν έρχομαι με σχέδια αγιότητας ή όρκους μεταμόρφωσης.
Έρχομαι κουρασμένος.
Κουράστηκα να προσπαθώ να κρατήσω όρθιο ό,τι μέσα μου καταρρέει. Κουράστηκα να χαμογελώ όταν μέσα μου ουρλιάζω. Κουράστηκα να λέω “είμαι καλά” όταν εσύ ξέρεις πως δεν είμαι.
Κι όμως, Κύριε, εσύ δεν τρομάζεις από την αλήθεια μου. Δεν σε σοκάρει η αδυναμία μου. Δεν απομακρύνεσαι όταν σπάω.
Γι’ αυτό σήμερα σου παραδίδω ό,τι δεν άντεξα.
Σου παραδίδω τις αποτυχίες μου — εκείνες που ακόμα με καίνε τη νύχτα. Σου παραδίδω τις λέξεις που πλήγωσαν, και τις σιωπές που κατέστρεψαν σχέσεις. Σου παραδίδω τα όνειρα που δεν έγιναν ποτέ πραγματικότητα, και την πίκρα που άφησαν πίσω τους.
Δεν θέλω πια να τα κρατάω.
Πάρε, Κύριε, αυτό το βάρος που έγινε ταυτότητά μου. Πάρε αυτό το “δεν τα κατάφερα” που έγινε η φωνή μέσα στο κεφάλι μου.
Εσύ δεν πέθανες για την επιτυχία μου. Πέθανες για την ψυχή μου.
Κι αν η ψυχή μου σήμερα είναι ραγισμένη, τότε ας είναι — αρκεί να είναι στα χέρια Σου.
Σε παρακαλώ, μην μου δώσεις απλώς λύσεις. Δώσε μου καρδιά που αντέχει. Μη μου πάρεις απαραίτητα τον πόνο — αλλά μάθε με να τον ζώ μαζί Σου.
Θέλω να μάθω να πέφτω χωρίς να απελπίζομαι. Να αποτυγχάνω χωρίς να πιστεύω πως είμαι αποτυχία. Να κλαίω χωρίς να ντρέπομαι.
Εσύ, Κύριε, έκλαψες μπροστά στον τάφο. Ένιωσες εγκατάλειψη πάνω στον Σταυρό. Φώναξες μέσα στο σκοτάδι.
Άρα δεν είμαι μόνος όταν εγώ κάνω το ίδιο.
Σου παραδίδω, λοιπόν, την ανάγκη μου να ελέγχω τα πάντα. Την ανάγκη μου να αποδεικνύω την αξία μου. Την ανάγκη μου να φαίνομαι δυνατός.
Δεν είμαι.
Κι αν η δύναμή Σου τελειοποιείται στην αδυναμία, τότε πάρε τη δική μου αδυναμία και κάν’ την τόπο κατοικίας Σου.
Μη με αφήσεις να φύγω από αυτή την προσευχή ίδιος. Όχι επειδή θα αλλάξουν οι συνθήκες, αλλά επειδή θα ξέρω ότι δεν τις κουβαλάω μόνος.
Αν πρέπει να περπατήσω μέσα από έρημο, περπάτα δίπλα μου. Αν πρέπει να περάσω νύχτα, γίνε Εσύ το άστρο.
Σου παραδίδω ό,τι δεν άντεξα. Και μένω με άδεια χέρια.
Αλλά ίσως… τα άδεια χέρια είναι τα μόνα που μπορούν πραγματικά να κρατήσουν Εσένα. Μείνε μέσα μου
Κύριε Ιησού Χριστέ,
δεν θέλω πια μόνο να σε ζητώ όταν πονάω. Δεν θέλω να σε θυμάμαι μόνο όταν φοβάμαι. Δεν θέλω να έρχομαι σε Σένα μόνο όταν όλα γύρω μου καταρρέουν.
Θέλω να μείνεις μέσα μου.
Όχι σαν ιδέα. Όχι σαν θρησκευτική συνήθεια. Όχι σαν λόγια που επαναλαμβάνω μηχανικά.
Θέλω να κατοικήσεις στο βάθος μου, εκεί που γεννιούνται οι σκέψεις πριν γίνουν λέξεις, εκεί που οι φόβοι ψιθυρίζουν πριν πάρουν μορφή.
Μείνε μέσα μου, Κύριε.
Όταν ξυπνάω το πρωί και το βάρος της ημέρας πέφτει πάνω μου πριν καν σηκωθώ, να είσαι ήδη εκεί. Όταν θυμώνω, πριν μιλήσω, κράτα τη γλώσσα μου.
Όταν ζηλεύω, καθάρισε το βλέμμα μου. Όταν απελπίζομαι, γίνε Εσύ η αναπνοή μου.
Δεν θέλω απλώς να πιστεύω σε Σένα. Θέλω να ζω από Σένα.
Μείνε μέσα μου όταν κανείς δεν με βλέπει. Στις κρυφές μου σκέψεις. Στις αδυναμίες που δεν ομολογώ εύκολα. Στα σημεία που ντρέπομαι να φέρω στο φως.
Εσύ δεν τρόμαξες από τον Σταυρό. Δεν τρόμαξες από το σκοτάδι του τάφου. Άρα δεν θα τρομάξεις από το σκοτάδι μου.
Καθάρισέ το. Όχι με βία, αλλά με παρουσία.
Δίδαξέ με να μένω. Να μένω όταν όλα με καλούν να φύγω. Να μένω στην αγάπη, όταν ο εγωισμός ζητά δικαίωση. Να μένω στη συγχώρεση, όταν η καρδιά μου θέλει ανταπόδοση.
Μείνε μέσα μου ώστε να μην είμαι διπλός άνθρωπος. Να μην είμαι άλλος στο φως κι άλλος στη σκιά.
Κάνε την καρδιά μου τόπο αναπαύσεως Σου. Κάνε τις σκέψεις μου καθαρές, τις προθέσεις μου απλές, την αγάπη μου αληθινή.
Αν χρειαστεί να με σπάσεις, σπάσε με με τρόπο που να φανεί το φως. Αν χρειαστεί να με διορθώσεις, κάν’ το με έλεος.
Δεν ζητώ να με κάνεις σπουδαίο. Ζητώ να με κάνεις δικό Σου.
Κι αν μια μέρα όλα τελειώσουν, αν το σώμα μου αδυνατήσει και η φωνή μου σιγήσει, θέλω ένα πράγμα να έχει μείνει:
Ότι Εσύ έμεινες μέσα μου.
Μη με αφήσεις να ζήσω μια ζωή όπου μιλώ για Σένα αλλά δεν σε γνωρίζω.
Θέλω να σε γνωρίζω. Όχι θεωρητικά. Αλλά όπως γνωρίζει κανείς τον φίλο του, τον πατέρα του, τον σωτήρα του.
Μείνε μέσα μου, Κύριε. Κι εγώ θα μάθω να μένω μέσα Σου.
Κύριε Αν Εσύ Είσαι Εδώ, Μου Αρκεί
Κύριε Ιησού Χριστέ,
είμαι εδώ. Δεν έχω πολλά να πω απόψε. Ίσως τίποτα. Μόνο… ότι είμαι εδώ. Κι Εσύ είσαι εδώ. Και αυτό… μου αρκεί.
Δεν ζητώ θαύματα. Δεν προσμένω φωνές απ’ τον ουρανό. Δεν περιμένω να νιώσω κάτι.
Θέλω μόνο να σε τιμήσω με τη σιωπή μου. Μια σιωπή που δεν κρύβει θυμό, αλλά ειρήνη. Που δεν είναι απόσταση, αλλά παρουσία.
Σου μίλησα για τα βάρη μου. Σου τα έδωσα. Σε φώναξα μέσα στο σκοτάδι μου. Σε παρακάλεσα να μείνεις. Και τώρα… κάθομαι κοντά σου. Όπως η Μαρία στα πόδια σου. Όπως ο Ιωάννης στο στήθος σου. Όπως οι μαθητές που σε κοιτούσαν χωρίς να καταλαβαίνουν, αλλά αγαπούσαν.
Αν Εσύ είσαι εδώ… μου αρκεί.
Δεν ξέρω αν θα αλλάξει κάτι αύριο. Αν η ζωή μου γίνει πιο εύκολη. Αν οι προσευχές μου απαντηθούν όπως τις φαντάστηκα. Αλλά σε αυτή τη στιγμή, κάτι μέσα μου ψιθυρίζει:
“Είναι αρκετός. Ο Χριστός είναι αρκετός.”
Κι αυτό τον ψίθυρο δεν θέλω να τον σκεπάσω με λόγια. Θέλω να τον κρατήσω όπως κρατάμε μια φλόγα σε σκοτάδι.
Δεν θέλω να κάνω τίποτα σπουδαίο για Σένα. Θέλω απλώς να είμαι μαζί Σου. Και αν κάποτε μου πάρεις τα πάντα— τη δύναμη, τους φίλους, τη φωνή, την ίδια μου την μνήμη— κράτησέ με Εσύ να μη χάσω Εσένα.
Γιατί… αν Εσύ είσαι εδώ, τότε εγώ δεν είμαι χαμένος. Δεν είμαι εγκαταλειμμένος. Δεν είμαι μόνος.
Είσαι το Πρόσωπο που σβήνει τις ανάγκες. Το Άγγιγμα που δίνει ειρήνη χωρίς εξήγηση. Η Φωνή που δεν φωνάζει, μα γεμίζει το εσωτερικό μου με Φως.
Γι’ αυτό απόψε δεν σου ζητώ. Σε λατρεύω. Απλά, σιωπηλά, απόλυτα.
Σε κοιτώ μέσα μου, χωρίς εικόνες, χωρίς φαντασίες, μόνο με εκείνη τη γλυκιά βεβαιότητα του Πνεύματος που λέει:
“Είμαι μαζί Σου, όλες τις ημέρες… έως της συντέλειας του αιώνος.”
Κι αν τελειώσουν όλα… κι αν κλείσουν οι δρόμοι… κι αν σβήσουν τα φώτα… ας με βρουν δίπλα Σου.
Εκεί θέλω να τελειώσω. Εκεί θέλω να μείνω.
Αν Εσύ είσαι εδώ, τότε η ψυχή μου μπορεί να σωπάσει.
Γιατί βρήκε Εκείνον που περίμενε από πάντα.
Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου