https://www.antinews.gr/161370/antimagazine/o-filikoos-ton-xenon-einai-prodotis/

Του Παναγιώτη Λιάκου
Ο Ιωάννης Καποδίστριας γεννήθηκε στην Κέρκυρα, στις 11 Φεβρουαρίου 1776. Δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο στις 27 Σεπτεμβρίου 1831. Ήταν ο πρώτος και ο καλύτερος Κυβερνήτης που είχε το νεότερο ελληνικό κράτος. Ανάμεσα στις χιλιάδες πολύτιμες υπηρεσίες του προς τον Ελληνισμό, για τις οποίες αξίζει να τον θυμόμαστε και να τον τιμάμε, περιλαμβάνονται και όσα είπε το 1828 στον μετέπειτα δολοφόνο του, τον Γεώργιο Μαυρομιχάλη, όταν ο δεύτερος πήγε στην Αίγινα να επισκεφθεί τον Κυβερνήτη. Ακολουθούν τα κυριότερα σημεία της εμπνευσμένης ομιλίας του Καποδίστρια, τα οποία πρέπει να τα διδάσκονται οι μαθητές σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες, για να καταλάβουν τι σημαίνει ενάρετη και αποτελεσματική άσκηση πατριωτικής πολιτικής:
«Πριν τα πατήσω τα χώματα τα ελληνικά, και αφού ήλθα και είδα το επιβεβαιώθηκα, είναι καιροί που πρέπει να φορούμε όλοι ζώνη δερματένια, και να τρώμε ακρίδες και μέλι άγριο∙ είδα πολλά εις τη ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα, δεν είδα τι παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδεί∙ προείδα μεγάλα δυστυχήματα δια την πατρίδα∙ αν εσείς δεν θα είσθε σύμφωνοι μαζί μου και εγώ με εσάς. “Ζήτω ο Κυβερνήτης μας, ο σωτήρας μας, ο ελευθερωτής μας”, εφώναζαν γυναίκες αναμαλλιάρες, άνδρες με λαβωματιές πολέμου, ορφανά γδυτά, κατεβασμένα από τες σπηλιές∙ δεν ήτον το συναπάντημά μου φωνή χαράς, αλλά θρήνος∙ η γη εβρέχετο από δάκρυα∙ εβρέχετο η μερτιά και η δάφνη του στολισμένου δρόμου από το γιαλό εις την Εκκλησία∙ ανατρίχιαζα, μου έτρεμαν τα γόνατα, η φωνή του λαού έσχιζε την καρδιά μου. Μαυροφορεμένες, γέροντες, μου εζητούσαν να αναστήσω τους αποθαμένους τους, μανάδες μου έδειχναν εις το βυζί τα παιδιά τους, και μου έλεγαν να τα ζήσω, και ότι δεν τους απέμειναν παρά εκείνα και εγώ, και με δίκαιο μου εζητούσαν όλα αυτά, διότι εγώ ήλθα και εσείς με προσκαλέσατε να οικοδομήσω, να θεμελιώσω κυβέρνηση, και κυβέρνησις καθώς πρέπει, ζει, ευτυχεί τους ζωντανούς, ανασταίνει τους αποθαμένους, διότι διορθώνει τη ζημία του θανάτου και της αδικίας. Δεν ζει ο άνθρωπος, ζει το έργο του, καρποφορεί, αν ο διοικητής είναι δίκαιος, αν το κράτος έχει συνείδηση, ευσπλαχνία, μέτρα σοφίας.
[…] Πού το θησαυροφυλάκιον του έθνους; Ακούω, επουλήσατε και τη δεκατιά του φετινού έτους, πριν ακόμα σπαρθεί το γέννημα. Ο τόπος είναι χέρσος, σπάνιοι οι κάτοικοι, σκόρπιοι εις τα βουνά και εις τα σπήλαια. Το δημόσιο είναι πλακωμένο από δύο εκατομμύρια λίρες στερλίνες χρέος, άλλα τόσα ζητείτε οι στρατιωτικοί, η γη είναι υποθηκευμένη εις τους Άγγλους δανειστάς. Ανάγκη να την ελευθερώσομε με την ίδια απόφαση, ως θα την ελευθερώσομε και από τα άρματα του Κιουτάγια και του Αιγυπτίου.
– Δεν λυπούμαι, δεν απελπίζομαι. Προτιμώ αυτό το σκήπτρο του πόνου και των δακρύων, παρά άλλο. Ο Θεός μου το ’δωσε, το παίρνω, θέλει να με δοκιμάσει· είμαι από τη φυλή σας. Eις ένα μνήμα μαζί με σας θα θαφτώ.
Ό,τι έχω, ζωή, περιουσία, φιλίες εις την Ευρώπη, κεφάλαια γνώσεων, αποκτημένα από τόσα θεάματα και ακροάματα συμβάντων του κόσμου της ημέρας μου, τα αφιερώνω εις την κοινή πατρίδα, ας υψώσω το μεγαλείον της, ώστε όποιος θελήσει, δυσκόλως να το ταπεινώσει, στερεωμένο εις ρίζες αρετής είναι ακαταμάχητο.
Εκάμετε έργα πολεμικά αθάνατα. Βασιλείς και έθνη σας επαίνεσαν, αλλά πίστευσέ μου, δια πολυετίαν ακόμη η ζώνη του προδρόμου πρέπει να είναι στολισμός μας, όχι χρυσοΰφαντη χλαμύδα. Ως οι παλαιοί ήρωες ή βασιλείς της Ελλάδος πρέπει να φυτεύομε δένδρα, να ανοίγομε δρόμους, να παλεύομε με τα θηρία του δάσους, να δέσομε την κοινωνία μας με νόμους συμφώνους με το έθνος μας· ούτε οπίσω, ούτε εμπρός του καιρού μας· μη μου ζητείτε ζωγραφίες πολύτιμες εις οικοδόμημα ακόμη ατελείωτο. Μέτρο μας και άστρο, εις δεινά ελληνικά θεραπεία ελληνική. Με το στόμα μας, όχι ως χειρουργοί της Ευρώπης κόβοντας, αλλά με το στόμα μας να βυζαίνομε το έμπυο της Πατρίδος μας, δια να τη γιάνομε.
Αν δεν μας αποστραφεί ο μεγαλοδύναμος και αξιωθούμε την ευλογία του, τα ακροθαλάσσιά μας θα στολισθούν από εύμορφες πολιτείες, η σημαία η Ελληνική θα δοξάζεται εις τα πελάγη, ήμερα δένδρα θα ανθίζουν εις τα άγρια βουνά, και οι ερημιές θα πληθύνουν από κατοίκους – και όχι εις τες όψιμες ημέρες των απογόνων όσα σου προλέγω, αλλά εσύ θα τα ιδείς που ’σαι νέος, θα ζήσεις και θα γεράσεις. Ένα μόνο φοβούμαι πολύ και με δέρνει υποψία, τρέμω την απειρία σας. Αν η νέα κυβέρνησις τύχει να συγκρουσθεί με συμφέροντα ξένων δυνάμεων -επειδή κάθε τόπος έχει χωριστά το μυστήριο της ζωής του, το νόμο της ευτυχίας του-, αν πλανεθεί ο ελληνισμός σας και σηκωθεί σκοτάδι μεταξύ μας, ώστε εσείς να μη διαβάζετε εις την καρδίαν μου, θολωθούν και με οι οφθαλμοί, ποιος ηξεύρει;… Πού θα πάμε; Τι θα γενούμε;
Ετινάξετε το καβούκι των αλλοφύλων, αλλ’ οι πλεκτάνες της διπλωματίας έχουν κλωστές πλανήτριες, φαρμακερές, κλωστές θανάτου, άφαντες, και εσείς δεν τες εννοείτε. Κατεβαίνω πολεμιστής εις το στάδιον, θα πολεμήσω ως κυβέρνησις, δεν λαθεύομαι, τον έρωτα των προνομίων που είναι φυτευμένος εις ψυχές πολλών, τα ονειροπολήματα των λογιωτάτων ξένων πρακτικής ζωής, το φιλοΰποπτο, κυριαρχικό και ανήμερο αλλοεθνών ανδρών.
Η νίκη θα είναι δική μας, αν βασιλεύει την καρδίαν μας, θεός ζηλότυπος, μόνο το αίσθημα το Ελληνικό∙ ο φιλήκοος των ξένων είναι προδότης».
*Πηγή: Γ. Βαλέτα «Τερτσέτη Άπαντα – Κολοκοτρώνη Απομνημονεύματα», Τόμος Γ΄, ενότητα «Απόλογα για τον Καποδίστρια», σελ. 241
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου