Ήταν τότε,
στην απαλή δροσιά που διαδέχεται το ρήγμα,
που κατάλαβα:
ο Παράδεισος με έδιωξε όχι με μίσος,
αλλά με σπαραγμό Θεού
που θέλει να μη χαθώ.
Το φλογισμένο ξίφος
δεν φύλαγε την οργή του Θεού,
αλλά την ελπίδα
ότι θα υπάρξει οδός επιστροφής.
Και η οδός…
άρχιζε με ένα ένδυμα.
Ένα ένδυμα σιωπηλής συγγνώμης,
σαν αγκάλιασμα που δεν χρειάζεται λόγια.
Δεν ήταν πολυτέλεια.
Ήταν ανάγκη.
Και μέσα της,
ήταν φυλαγμένο το μυστήριο
ότι θα έρθεις Εσύ,
Κύριε,
να το φορέσεις γυμνός
επί του Σταυρού.
Κύριε…
εκείνο το ένδυμα
που έραψες μες στη σιωπή μου,
ήταν προφητεία.
Προ Χριστού — αλλά γεμάτο Χριστό.
Και κάθε φορά
που σκύβω στο βλέμμα μου
και με πιάνει η ντροπή της πληγής μου,
θυμάμαι
το ένδυμα της Χάριτος
που μελετά την αποκατάσταση.
Γιατί ο Θεός
δεν θωρά το έγκλημα,
αλλά τη δυνατότητα
να ξαναγίνουμε πρόσωπα.
Η Πτώση δεν έσβησε τη θεϊκή ομοίωση.
Την πλήγωσε.
Και Εκείνος
αντί να αποστραφεί,
έσκυψε.
Έσκυψε,
έραψε,
και μας έδειξε
ότι η αρχή της απολύτρωσης
βρίσκεται στην αποδοχή της αδυναμίας.
Εγώ,
ο Αδάμ,
ο άνθρωπος του πρώτου παραδείσου
και της πρώτης ντροπής,
σε διαβεβαιώ:
Η Πτώση δεν είναι το τέλος.
Είναι η αρχή
της πιο βαθιάς κραυγής
που θα γεννήσει Σωτήρα.
Εκεί όπου ο άνθρωπος έραψε φύλλα
για να καλύψει την ντροπή του,
ο Θεός έραψε Έλεος
που θα κρατήσει ώσπου να φορέσουμε
το ένδυμα της Δόξας.
Και το ένδυμα,
από πρόχειρο σκέπασμα ντροπής,
έγινε τύπος Χριστού.
Επί του Σταυρού,
Εκείνος θα αντιστρέψει τη Ρωγμή
κι εγώ,
γυμνός,
θα φορέσω πάλι το Φως.
Η Πτώση είναι η οδός της Σταύρωσης.
Και η Σταύρωση,
η αναγέννηση της Εικόνας.
Ερχόμαστε, Κύριε.
Ξυπόλητοι.
Αλλά Σε θυμόμαστε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου