ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΤΩΛΙΑΣ & ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

ΙΕΡΑ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ  ΑΙΤΩΛΙΑΣ  &  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
200 ΧΡΟΝΙΑ - ΕΞΟΔΟΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ ΙΕΡΑ ΠΟΛΗ

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Όταν η ζωή μύριζε λιβάνι και πράσινο σαπούνι. Μια γειτονιά, μια προσευχή και άνθρωποι που ήξεραν να ζουν

 https://romioitispolis.gr/otan-i-zoi-myrize-livani-kai-prasino-sapoyni-mia-geitonia-mia-proseychi-kai-anthropoi-poy-ixeran-na-zoyn/

Υπήρξε μια εποχή που τα σπίτια ήταν φτωχά, αλλά οι καρδιές γεμάτες. Που οι άνθρωποι δεν είχαν πολλά, όμως ήξεραν πού να ακουμπήσουν. Στο εικονοστάσι. Εκεί, δίπλα στο καντηλάκι, στεκόταν πάντα το λιβανιστήρι. Όχι από συνήθεια. Από ανάγκη. Γιατί τότε, οι άνθρωποι περίμεναν μόνο από τον Θεό.

Οι γειτονιές ήταν ένας μικρός κόσμος αυτάρκης. Το πράσινο σαπούνι είχε την τιμητική του. Ένα σαπούνι για όλα. Για το σώμα, τα ρούχα, τα πατώματα. Στις αγορές το έβρισκες παντού — άλλοτε επώνυμο, άλλοτε ανώνυμο, πάντα όμως χρήσιμο. Τα αρωματικά σαπούνια υπήρχαν κι αυτά, μα θεωρούνταν πολυτέλεια. «Για τις νύφες», έλεγαν. Και το έλεγαν με σεβασμό.

Το μπάνιο δεν ήταν απόλαυση· ήταν τελετουργία. Το νερό ζεσταινόταν στη γκαζιέρα, με υπομονή. Το καλοκαίρι η αυλή γινόταν σωτηρία, με ένα λάστιχο και λίγο ήλιο. Οι φωνές αντηχούσαν από το κοινόχρηστο μπάνιο, η σπιτονοικοκυρά περίμενε να ποτίσει τα λουλούδια, κι όταν υπήρχε συνωστισμός, ένα σεντόνι γινόταν παραβάν και το ποτιστήρι έκανε τη δουλειά του. Απλά πράγματα. Ανθρώπινα.

Τα ρούχα δεν πετιούνταν. Μπαλώνονταν. Το παντελόνι είχε ενίσχυση στα γόνατα, τα πουκάμισα μανταρισμένο γιακά. Ήταν σημάδι φροντίδας, όχι φτώχειας. Όπως και ο τσαγκάρης της γειτονιάς. Μια φιγούρα που δεν επιδιόρθωνε μόνο παπούτσια, αλλά κρατούσε ζωντανές ιστορίες.

Καθόμασταν μπροστά του, σε ένα μικρό σκαμνάκι, κι ακούγαμε. Για τη Μικρά Ασία. Για τον πόλεμο. Για την προσφυγιά. Για την παράγκα που έγινε σπίτι. Τα μάτια μας έπεφταν στα παπούτσια στο ράφι — σπάνιο θέαμα το καινούργιο δέρμα. Και εκείνος χαμογελούσε, μοιράζοντας μια καραμέλα μαζί με λίγη ελπίδα.

Στο μικρό του μαγαζί έβρισκες τα πάντα. Μικροπράγματα, λαχεία, παιχνίδια, κορδόνια. Μα πιο πολύ έβρισκες λιβάνι και καρβουνάκια. Γιατί κάθε σπίτι είχε εικονοστάσι. Και κάθε οικογένεια είχε μια σιωπηλή προσευχή.

Ήταν άνθρωποι απλοί. Πιο ήρεμοι. Πιο χαρούμενοι. Οι ζωές τους δεν ήταν εύκολες, αλλά είχαν νόημα. Ήξεραν να περιμένουν. Να ελπίζουν. Να σκύβουν το κεφάλι και να λένε «ο Θεός ξέρει».

Η γειτονιά δεν ήταν απλώς τόπος. Ήταν οικογένεια. Ένας μικρόκοσμος όπου η πίστη ένωνε, η φτώχεια δεν ντρεπόταν και η χαρά χωρούσε στα λίγα.

Και ίσως γι’ αυτό σήμερα, όταν τα θυμόμαστε, δεν ξέρουμε αν γελάμε ή αν κλαίμε. Γιατί τότε δεν είχαν πολλά.
Αλλά είχαν τον Χριστό. Και τους έφτανε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Recent Posts

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου