ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΤΩΛΙΑΣ & ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

ΙΕΡΑ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ  ΑΙΤΩΛΙΑΣ  &  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
200 ΧΡΟΝΙΑ - ΕΞΟΔΟΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ ΙΕΡΑ ΠΟΛΗ

Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Γράμμα σ΄ ένα δάσκαλο


http://feltor.wordpress.com/2013/05/10/5269/

IMAGE0003Αν η ψυχή σου μοιάζει κάπως με την ψυχή της μάνας, που κι όταν το γεννήσει το παιδί εξακολουθεί με την αδιάκοπη τρεμούλα και λαχτάρα ολοένα να το δημιουργεί και να το φτιάνει, τότε να είσαι βέβαιος πως δε θα γκρεμιστείς από τα ύψη που ανέβασες τον εαυτό σου με την απόφασή σου να γίνεις δάσκαλος και τη ζωή σου θα την περάσεις ανθρωπινά.
Θυμάσαι  και συ ο ίδιος σε τι ζεστή ατμόσφαιρα στο σπίτι σου μεγάλωσες· πλουσιόσπιτο δεν ήταν το δικό σου, όπως δεν ήταν και το δικό μου και όλων των συμπατριωτών μας για να ζεις όλες τις ανάπαψες, κι όμως τη ζέστη εκεί μέσα. Πως έβγαινε η πύρα από το πρόσωπο της μάνας σου, βασανισμένης με τις έγνοιες του σπιτιού, με τα χτυπήματα της τύχης, με την αν ησυχία για τους δικούς της και με τη φτώχεια, όμως και τόσο υπομονετικής, και σ’ αγκάλιαζε όπου κι αν έστριβες, από παντού σε τριγύριζε η θερμή πνοή της ανήσυχης μάνας κι άγρυπνα τα μάτια της σ’ αντίκρυζαν, όπου κι αν πήγαινε το βήμα σου. Στο δρόμο, όπου μόνος σου έκανες παιδί, αυτή γινόταν το μάτι και σ’ οδηγούσε. Επρόκοψες λιγάκι, σ’ αυτήν χρωστάς: εσύ μονάχα πόθησες να φτάσεις τις γλυκές και θαυμαστές εκείνες οπτασίες του εαυτού σου, που τις έβλεπες μικρός να σου γνέφουν γελαστές αδιάκοπα από ψηλά, από τα μάτια της, από τα μάτια της: και θα γινόσουν καλύτερος απ’ ότι τώρα είσαι, και θα τις έφτανες εκείνες τις οπτασίες, αν ύστερα, όταν οι ανάγκες της ζωής και ο χρόνος σας εχώρισαν, τις αντίκρυζες και στα μάτια των άλλων που έζησες κοντά τους, όταν αυτά έπεφταν απάνω σου. Αν παρόμοια αντιφεγγιά του εαυτού σου έβλεπες στα μάτια των άλλων, κι ας μη φανερωνόταν σ’ όλη τη δόξα, όπως μια φορά την είδες στ’ αλησμόνητα μάτια της μητέρας σου, δε θα ήταν φόβος ποτέ να πέσεις· αν παρόμοια θερμή πνοή φυσούσε στο πρόσωπό σου από παντού από τους ανθρώπους, δε θα ένοιωθες μέρα με τη μέρα να γίνεσαι βαρύς σα μολύβι και τη γη να σε παίρνει από κάτω της. ακόμη στέκεσαι ορθός· όμως τι τρόμος μήπως πέσεις: και τι μαρτύριο πάλι που δεν έπεσες ακόμη. Πως θ’ ανάσαινες! Θα χυνόταν όξω όλο εκείνο το ηθικό έμπυο που έχει μαζευτεί μέσα σου, όλες εκείνες οι φανταστικές εμπειρίες, όλα εκείνα τα αισθήματα που δεν τολμούν να βγουν στο φως του ήλιου, θα γλύτωνες από την πλήξη, από την υποχόντρια, από τις αισθηματολογίες για τα πεσμένα πλάσματα, απ’ όλα τέλος πάντων τα λουλούδια του κακού και της κοπριάς, που τα φυτρώνει εντός σου ο λιγοθυμισμένος κι απελπισμένος πόθος σου μια φορά να δεις τον εαυτό σου ελεύθερο. Του κάκκου ωστόσο γιατί χώμα έχεις γίνει.
Όμως μη γελιέσαι, δεν είναι ο χρόνος ου ξεραίνει με το κρύο το πέρασμά του τον άνθρωπο, παρά η κρύα πνοή που γύρω σου φυσά από τους ανθρώπους· αυτή αποκάρωσε και τα δικά σου μέλη και δεν μπορείς τώρα να σαλέψεις. Θέε μου, να συλλογίζεσαι μόνο από τι μαλακή ύλη είμαστε πλασμένοι και τι θα μπορούσαμε να γίνουμε, φτάνει να το ήθελε ο διπλανός μας! Θα έφτανε βαθιά ο άλλος να το πιθυμήσει και στη στιγμή θ’ αλλάζαμε μορφή. Στο βαθύ πόθο, στα ολόθερμα λόγια του Αισχύλου, του Σαίξπηρ, του Γκαίτε αλλάζουμε στη στιγμή πρόσωπο και γινόμαστε Προμηθέας, Άμλετ, Φάουστ και ποιος μπορεί να πει τι άλλο ακόμη μπορούμε να γίνουμε, άμα βρεθούν άνθρωποι με θερμό πόθο και με θερμή αγάπη κοντά μας
Καλή βέβαια βοήθεια είναι η παιδαγωγική, όπως και κάθε άλλη επιστήμη. Όμως σπάνια βρίσκονται στον τόπο μας άνθρωποι που η ζωή τους από στενή του ατόμου να υψώθηκε και ν’ άπλωσε στην καθολική του επιστήμονα. Οι περισσότεροι επιστήμονες, καθώς είναι συνήθεια ονομάζονται όσοι διάβασαν μερικά επιστημονικά βιβλία της εποιχής τους, δεν έχουν τη δύναμη να σηκώσουν τα μάτια τους απ’ ό,τι τους δίνει η στιγμή, παρά σαν τους πιο χυδαίους ανθρώπους δημιουργούν τη ζωή τους απ’ ό,τι κατεβάσει το ρέμα του καιρού. Φουσκώνουν και καμαρώνουν οι επιστήμονές μας, επειδή κατέχουν τα μέσα της επιστήμης· ίσα-ίσα ό,τι μ’ όλο το δίκιο σου θα το νόμιζες για το πιο τυχαίο και ολότελα εξωτερικό χαρακτηριστικό του σωστού επιστήμονα. Η μεγάλη όμως απορία, ο θαυμασμός, το κύριο γνώρισμα και η ουσία της επιστήμης λείπει από την ψυχή τους. Τα ελληνικά επιστημονικά βιβλία έχουν πάντα ένα τέλος, δύσκολα όμως να βρεις την αρχή τους. Μπορεί να είσαι σύμφωνο με ότι βλέπεις γραμμένο εκεί μέσα, σπάνια όμως θα καταλάβεις γιατί γραφτήκανε. Στα σωστά όμως επιστημονικά βιβλία βλέπεις μέσα στην εξήγηση και στη θεωρία που δίνουν, ν’ αστράφτει η απορία και ο θαυμασμός μιας ψυχής. Έτσι μόνο επιστήμη γίνεται η ανώτερη και καθαρότερη ζωή του ανθρώπου.
Μ’ όλο το θόρυβο που γίνεται τώρα στερνά για την εκπαίδευση, ούτε η παιδαγωγική επιστήμη ούτε το παιδί σαν μια μεγάλη απορία ζωής μας ήταν ποτέ το κύριο μέλημα των παιδαγωγών  μας. Αν είναι λοιπόν να μεταχειριστείς την παιδαγωγική όπως οι παιδαγωγοί μας, καλύτερα να μην τη μάθεις. Αν πρόκειται με την παιδαγωγική να σβήσει κάθε φλόγα του πόθου κι όχι ν’ ανάψει περισσότερο, καλύτερα να σου λείπει. Μ’ όλη την καλή διάθεσή σου – αν τύχει νάχεις – θα μοιάζεις τον άνθρωπο, που ενώ το φως του ήλιου πλημμυρίζει ουρανό και γης, αυτός κλείνει το παράθυρο κι ανάβει το κερί να του φωτίσει την κάμαρά του.
Ήλιος για σένα ο πόθος και η λαχτάρα· αυτός κάθε στιγμή σου δίνει τη μορφή των άλλων ανθρώπων και τη δική σου σ’ αυτούς. Γιατί μορφή του ανθρώπου δεν είναι ό, τι έμαθες γι’ αυτήν στην ανατομία και στη φυσιολογία – τέτοιος άνθρωπος δεν υπάρχει πουθενά στη φύση, εξόν μόνο στα εργαστήρια ξαπλωμένος πάνω στο τραπέζι – παρά είναι η φευγαλέα και γιγαντένια σκιά, που περνοδιαβαίνει μπρος στην τρικυμιστή φλόγα του πόθου και που του κάκου ζητούν οι ποιητές να την κλείσουν στη φαντασία τους. Και μ ’όλη τη συνήθεια της γλώσσας τώρα στα τελευταία χρόνια να μιλά για το άτομο, για κοινωνία, για κόμματα, για πλειοψηφία και μειοψηφία, μη γελαστής από αυτά τα σύμβολα που μας μαθαίνει η αριθμητική και η γεωμετρία να τα μεταχειριζόμαστε στην άψυχη φύση, και νομίσεις πως πάνε και στον άνθρωπο και τον πάρεις για έναν όγκο με ορισμένο πάνω-κάτω γεωμετρικό σχήμα. Θέλεις να δεις πόσο αόριστη και ακατασκεύαστη είναι η μορφή σου, θυμήσου μονάχα πως έτρεμες ώρες και φορές εσύ ο σίγουρος, ο σταθερός, όταν άγριες φλόγες ορμούσαν από τα έγκατα της ψυχής σου.
Το σύνορο όμως παντού είναι βαλμένο· «όρθιον έθου, ο ου παρελεύσονται ουδ’ επιστρέψουσι καλύψαι την γην» λέει για τη θάλασσα ο υμνωδός της Παλαιάς Διαθήκης· και κατ’ αυτό το σύνορο, κατά τη μορφή αδιάκοπα σε σπρώχνει η λαχτάρα. Και ως που να την εύρουμε για να ησυχάσουμε –αν ησυχάσουμε – τι αγώνες και τι καρδιοχτύπι. Όταν η ανησυχία τραντάζει ολάκαιρο το είναι σου και κυνηγημένος απ’ αυτήν ζητάς του συνηθισμένους κρυψώνες της ζωής, τρόμος σε παραλύει όλονε, που βλέπεις άξαφνα τι μαύρη θάλασσα από παντού σε τριγυρίζει· κι όταν αυτή  φουσκώσει και τον ένα μετά τον άλλο κρυψώνα σου πάρει, με φρίκη θα δεις να μη σ’ ωφελεί τίποτε ούτε ο αριστοκρατισμός, ούτε ο αρχονταθρωπισμός ούτε ο πολιτισμός. Σκεπάσματα είναι όλα αυτά και φορέματα και από πάνω σου μιας ώρα αρχύτερα πρέπει να πεταχτούν, γιατί η φύση τ’ αποστρέφεται. Στη στιγμή εκείνη όποιος σταθεί γυμνός, όποιος σταθεί άντρας, σώζεται.
Σαν την ψυχή του ποιητή και της μάνας πρέπει κι η δική σου ψυχή πρέπει να είναι από αδιάκοπη λαχτάρα φλογισμένη, μόνον τότε θα νοιώσεις χαρά στη ζωή σου, γιατί πλάθοντας την ψυχή του παιδιού θα πλάθεις μαζί και τη μορφή τη δική σου.
Αν λοιπόν βρεις στην εξέταση που θα κάμεις μόνο σου να κατέχεις κοντά στην ψυχολογία την επιστημονική και την ψυχολογία – ας την πούμε έτσι – της μάνας και του ποιητή, τότε πήγαινε με θάρρος μπροστά, αλλιώς, ενόσω είναι καιρός, γύρισε πίσω, επειδή η ζωή σου θα είναι πάντα δυστυχισμένη και κακορίζικη.
Γιάννης Αποστολάκης, Η Ποίηση στη ζωή μας

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Recent Posts

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου