
Ἄστραψα
καὶ βρόντηξα, ἀλλὰ μόνο
μέσα μου. Ποῦ νὰ τολμήσω νὰ
βγάλω ἄχνα μπροστὰ στὸν
πατέρα μου! Ὁ τόνος τῆς φωνῆς
του ἦταν ἀπόλυτος.
-
Πέντε μέρες εἶναι πολλές.
Δὲν ξαναβρίσκονται εὔκολα.
Ξέχνα το γιὰ φέτος. Δὲν θὰ πᾶς
πουθενά!
Ἡ
ἀδελφή μου στράβωσε τὸ
μοῦτρο της κοροϊδευτικὰ
σὰν νὰ μοῦ ’λεγε:
-
Δὲν στά ’λεγα;


