Ἐννιὰ
στὸν ἀριθμό, ἕξι ἀγόρια
καὶ τρία κορίτσια ἀπ’ τὰ
Γραμμενοχώρια τῶν Ἰωαννίνων
οἱ θρυλικοὶ Ζωσιμάδες
(1750-1840 περίπου), ἀποτελοῦν μιὰ
ἐντελῶς ἐξαιρετικὴ
περίπτωση μοναδικῶν
ἀνθρώπων.
Τὰ
κορίτσια (Ἀλεξάνδρα, Ζωή,
Ἀγγελικὴ) ἔμειναν στὰ
Γιάννενα, ἐνῶ τὰ ἀγόρια
(Ἰωάννης, Ἀναστάσιος,
Νικόλαος, Θεοδόσιος,
Ζώης, Μιχαήλ) κατέφυγαν
στὴ Ρωσία καὶ ἀλλοῦ,
ἀσχολούμενοι μὲ τὸ ἐμπόριο.
Καὶ ὁ πλοῦτος τους, σὰν εὐλογημένος,
αὔξανε καὶ ἐξέπληττε
τὸν κόσμο. Μὰ ἐκεῖνοι δὲν
ξιπάστηκαν.
Ἀντιθέτως,
ἐνσυνείδητα δοσμένοι
στὸν Θεὸ καὶ στὴν πατρίδα,
ἔταξαν σκοπὸ τῆς ζωῆς τους
τὴν ὠφέλεια τῆς Ἑλλάδας,
μὲ τίμημα τὴ δική τους ἀσκητικὴ
ζωή. Προτίμησαν νὰ μένουν
στὸ μετόχι τῆς Μονῆς τῶν
Ἰβήρων στὴ Μόσχα, ἂν καὶ θὰ
μποροῦσαν κάλλιστα νὰ ἔχουν
δικά τους παλάτια (στὸ ἴδιο
μοναστήρι ζοῦσε, ἐξίσου
ἀσκητικά, ὁ ἄλλος μεγάλος
ἐθνικὸς εὐεργέτης ἀπὸ
τὸ χωριό τους Ζώης Καπλάνης).
