
Του Νίκου Καραχάλιου
Αυτό το καλοκαίρι βρέθηκα να αγναντεύω ένα από τα πιο γαλήνια τοπία της Ελλάδας.
Από την αγαπημένη μου βεράντα στη Λευκάδα, το βλέμμα μου περιπλανιόταν στο στενό κανάλι που χωρίζει το νησί από την απέναντι στεριά.
Μπροστά μου ξεπρόβαλλαν τρία μικρά νησιά, το καθένα κουβαλώντας τη δική του ιστορία.
Η Μαδουρή, το νησί του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, ενός από τους εθνικούς ποιητές της Ελλάδας.
Ο Σκορπιός, ο ιδιωτικός παράδεισος του Αριστοτέλη Ωνάση, που σήμερα ανήκει σε Ρώσο επιχειρηματία.
Λίγο πιο πέρα, το Μεγανήσι, καλοκαιρινό καταφύγιο ορισμένων από τις πιο ισχυρές οικογένειες της Ευρώπης, ανάμεσά τους και μέλη της οικογένειας Ρότσιλντ.
Ιστορία.
Ποίηση.
Πλούτος.
Εξουσία.
Όλα να συνυπάρχουν στον ίδιο γαλήνιο ορίζοντα.
Μέσα σε αυτό το σχεδόν ειδυλλιακό σκηνικό πέρασα αρκετές ημέρες διαβάζοντας τον Ρομπέρτο Μπολάνιο: Μακρινό Άστρο, Νυχτωδία της Χιλής, 2666 και Ο Ανυπόφορος Γκάουτσο.
Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί μεγαλύτερη αντίθεση.
Έξω από το παράθυρό μου επικρατούσε απόλυτη ηρεμία.
Μέσα στις σελίδες κυριαρχούσαν η δικτατορία, ο φόβος, η βία, η συνενοχή και η αργή διάβρωση των θεσμών.
Κι όμως, ο Μπολάνιο δεν έγραφε μόνο για τη Χιλή.
Έγραφε για κάτι πολύ πιο διαχρονικό.
Έγραφε για τις πολλές μεταμορφώσεις του κακού.
Όχι για το κακό ως μια αφηρημένη φιλοσοφική έννοια, αλλά ως μια κοινωνική δύναμη. Μια δύναμη που εξαπλώνεται αθόρυβα, αλλάζει μορφές, δανείζεται τη γλώσσα του πολιτισμού, του πατριωτισμού, της ευφυΐας και της αναγκαιότητας, μέχρι που κάποια στιγμή παύει να μοιάζει με εξαίρεση.
Γίνεται μέρος της καθημερινότητας.
Διαβάζοντάς τον, παραμονές της 24ης Ιουλίου, της Ημέρας Αποκατάστασης της Δημοκρατίας στην Ελλάδα, δεν μπορούσα να μη σκεφτώ μια άλλη εκδοχή αυτής της ίδιας ηθικής διάβρωσης.
Τη διαφθορά.
Η πολιτική διαφθορά είναι ίσως η πιο οικεία μορφή δημόσιου κακού στις σύγχρονες δημοκρατίες. Όπως και το σκοτάδι που διατρέχει τα έργα του Μπολάνιο, δεν επιβιώνει επειδή κανείς δεν το βλέπει. Επιβιώνει επειδή πάρα πολλοί συνηθίζουν να ζουν μαζί του, το δικαιολογούν, το εκλογικεύουν ή καταλήγουν σιωπηλά στο συμπέρασμα ότι «τίποτα δεν αλλάζει».
Αυτή είναι ίσως η πιο ανησυχητική διαπίστωση του Μπολάνιο.
Ο πολιτισμός δεν νικά αυτόματα το κακό.
Οι θεσμοί, από μόνοι τους, δεν το εξαλείφουν.
Η Δικαιοσύνη, από μόνη της, επίσης δεν αρκεί.
Οι κοινωνίες συχνά μαθαίνουν να συνυπάρχουν μαζί του.
Αυτό είναι το ερώτημα που θα έπρεπε να απασχολεί κάθε δημοκρατία.
Όχι αν μοιάζει με τη Χιλή του Πινοσέτ. Η Ιστορία δεν προσφέρεται για εύκολες και πρόχειρες αναλογίες.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν ένα δημοκρατικό σύστημα μπορεί, σταδιακά, να αναπτύξει μια κουλτούρα ανοχής απέναντι στην κατάχρηση εξουσίας, την αδιαφάνεια, την πελατειακή λογική και τη διαφθορά, μέχρι το σημείο που οι πολίτες να τα θεωρούν φυσιολογικά και αναπόφευκτα στοιχεία της πολιτικής ζωής.
Όταν συμβεί αυτό, ο κίνδυνος δεν περιορίζεται πλέον στις ατομικές ευθύνες.
Ο κίνδυνος γίνεται πολιτισμικός.
Ένα πολιτικό οικοσύστημα που στηρίζεται στον ελιτισμό, την ατιμωρησία και την κανονικοποίηση της ανήθικης συμπεριφοράς μετατρέπεται στο πιο πρόσφορο έδαφος για να αναπαράγεται η διαφθορά, ξανά και ξανά.
Η μεγαλύτερη απειλή για τη δημοκρατία δεν είναι λοιπόν μόνο η ίδια η διαφθορά.
Είναι η στιγμή που η διαφθορά παύει να σοκάρει.
Είναι η στιγμή που οι πολίτες παύουν να περιμένουν κάτι καλύτερο.
Είναι η στιγμή που η παραίτηση αντικαθιστά τη λογοδοσία.
Ο Μπολάνιο καταλάβαινε ότι οι κοινωνίες σπάνια καταρρέουν από τη μία μέρα στην άλλη.
Διαβρώνονται αργά.
Μέσα από τη συνήθεια.
Μέσα από τη σιωπή.
Μέσα από τη σταδιακή προσαρμογή.
Τα μυθιστορήματά του μας υπενθυμίζουν ότι το αντίθετο του κακού δεν είναι μόνο η δικαιοσύνη.
Είναι η μνήμη.
Είναι η εγρήγορση.
Είναι η άρνηση να αποδεχτούμε ως φυσιολογικό αυτό που δεν πρέπει ποτέ να γίνει φυσιολογικό.
Γιατί η διαφθορά, όπως κάθε μορφή ηθικής παρακμής, επιμένει ακόμη κι όταν όλοι τη βλέπουν.
Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η κοινωνία διαθέτει ακόμη το ηθικό θάρρος να αρνηθεί να ζήσει δίπλα της.
Ίσως, τελικά, αυτή να είναι και η βαθύτερη σημασία του ερωτήματος του Φόκνερ.
Ένα άστρο δεν χάνεται επειδή πέφτει.
Μια δημοκρατία δεν αρχίζει να παρακμάζει επειδή υπάρχει διαφθορά.
Και τα δύο αρχίζουν να χάνονται όταν οι άνθρωποι σταματούν να κοιτούν ψηλά.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου