ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΤΩΛΙΑΣ & ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

ΙΕΡΑ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ  ΑΙΤΩΛΙΑΣ  &  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
200 ΧΡΟΝΙΑ - ΕΞΟΔΟΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ ΙΕΡΑ ΠΟΛΗ

Παρασκευή 27 Φεβρουαρίου 2026

Ἐν ἀρχῇ ἦν ἡ Δίψα - Ο Ηράκλειτος. Ο Εκκλησιαστής. Ο Άνθρωπος. Ο Χριστός.



 «Ἀνὴρ ἄνθρωπος οὐκ ἐρευνήσει τὸν πάντα λόγον, οὐδὲ ἐὰν πᾶσαν ὁδὸν πορευθῇ· οὕτω βαθὺς ἐστὶν ὁ λόγος.» (Κανείς δεν μπορεί να εξιχνιάσει πλήρως τον Λόγο, όσο κι αν ταξιδέψει· τόσο βαθύς είναι.)

«Εγώ, ο Ηράκλειτος»

(από τον εσωτερικό κύκλο του Ηρακλείτου)

Ψαλμός του Βαθέος Λόγου

1
Εγώ, ο σκοτεινός,
ο φίλος της φωτιάς,
θέλησα να ερευνήσω τον Λόγο.
Περπάτησα δρόμους ως την άκρη του κόσμου.
Μα στον δρόμο κατάλαβα:
ο Λόγος δεν εξιχνιάζεται.

2
Έριξα τον νου μου σε ποτάμια που δεν γυρίζουν πίσω.
Ζήτησα αλήθεια σε θραύσματα και σιωπή.
Μα ο Λόγος —
ο πριν απ’ όλα,
ο μέσα σε όλα —
στάθηκε βαθύς.
Σαν άβυσσος.

3
Δεν ερευνάται ο Λόγος,
ούτε κι αν διαβείς κάθε δρόμο, άνθρωπε.
Μα ο Λόγος πλησιάζει όταν κλαις.
Όταν αδειάζεις.
Όταν παύεις να είσαι σοφός
και γίνεσαι παιδί.

4
Εγώ τον άκουσα όχι με τ’ αυτιά,
αλλά με τα σπλάχνα μου.
Μέσα στη σιγή της ερήμου,
στο τρέμουλο πριν τον ύπνο,
στη φωνή της φλόγας,
μου είπε:
«Υπάρχω.»

5
Μη ζητάς εξηγήσεις.
Ο Λόγος δεν είναι σχήμα.
Είναι πρόσωπο.
Δεν αποδεικνύεται.
Αναπνέεται.
Όποιος αγαπά, γνωρίζει τον Λόγο.
Ακόμα κι αν δεν έμαθε το Όνομά Του.

6
Ο κόσμος κοιμάται με ανοιχτά μάτια.
Μιλά για θεούς,
και δεν προσκυνά.
Μιλά για ηθική,
και δεν αγαπά.
Μιλά για σοφία,
και φοβάται τη σιωπή.

7
Εγώ, ο Ηράκλειτος,
δεν έλυσα το μυστήριο.
Μα φύλαξα μια φλόγα.
Έσκυψα μπροστά στο άρρητο
και κατάλαβα:
Ο Λόγος είναι Θεός.

8
Κι αν κάποτε κατεβεί ως σάρκα,
κι αν περπατήσει ανάμεσα στους ανθρώπους,
κι αν φωνάξει το φως με φωνή παιδιού —
τότε,
η σοφία θα σταυρωθεί,
και η αλήθεια θα ζήσει.

9
Ως τότε,
ψέλνω στη σιγή,
σε σένα που διαβάζεις,
σε σένα που διψάς:

Ο Λόγος είναι βαθύς.
Μην τον ερευνάς.
Αγάπησέ Τον.

Όλα αυτά τα εξέτασα με τη σοφία. Είπα: «Θα γίνω σοφός», αλλά η σοφία έφυγε μακριά μου. Το νόημα των πραγμάτων είναι απρόσιτο και πολύ βαθύ. Ποιος μπορεί να το εξιχνιάσει; Ωστόσο αφιερώθηκα ολόψυχα στη μελέτη και στην έρευνα. Επιδίωξα να μάθω τη σοφία και την αιτία της υπάρξεως των όντων. Και κατάλαβα πόση ασέβεια υπάρχει στην αφροσύνη και πόση ηλιθιότητα στην ανοησία.

«Εγώ, ο Εκκλησιαστής»

Εσωτερικός μονόλογος — Μαρτυρία μετά τη σοφία


Όλα τα εξέτασα.
Με όση σοφία μπορούσε να σηκώσει ένας άνθρωπος,
δοκίμασα τα πάντα κάτω απ’ τον ήλιο.
Κι είπα:
«Θα γίνω σοφός.»
Αλλά η σοφία...
η σοφία έφυγε μακριά μου.

Μου ξέφυγε όπως το νερό απ’ τα χέρια.
Όσο πιο πολύ έσφιγγα τη γροθιά μου,
τόσο πιο λίγο κρατούσα.
Και κατάλαβα:
το νόημα των πραγμάτων είναι βαθύ.
Απρόσιτο.
Κρυμμένο εκεί που ο νους δεν φτάνει.

Ποιος μπορεί να το εξιχνιάσει;
Ποιος μπορεί να δει πίσω απ’ το πέπλο;
Και τι απομένει σ’ αυτόν που θέλει όχι απλώς να ζήσει,
μα να καταλάβει γιατί υπάρχει;

Κι όμως…
δεν παραιτήθηκα.
Δεν έφυγα στην ασωτία.
Αφιέρωσα την καρδιά μου στη μελέτη.
Έψαξα.
Ρώτησα.
Έσκαψα μέσα μου και έξω μου.
Ήθελα να βρω τη σοφία.
Ήθελα να μάθω την αιτία της ύπαρξης.
Το «γιατί» πίσω απ’ όλα.

Κι αντί για φως,
βρήκα χάος.
Βρήκα πόση ασέβεια γεννιέται απ’ την αφροσύνη.
Βρήκα πόση ηλιθιότητα τρέφεται με τα ίδια της τα ψέματα.
Είδα ανθρώπους να ζουν χωρίς σκέψη,
και να γελούν με την άγνοιά τους —
όχι από χαρά,
αλλά από φόβο να κοιτάξουν μέσα τους.

Κι εγώ;
Εγώ, που ήξερα περισσότερα απ’ όλους;
Που διάβασα, που προσευχήθηκα, που σιώπησα —
τι κράτησα στο τέλος;

Μια φράση.
Μια φράση που με κυνηγάει και με λυτρώνει:

Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.

Όχι σαν κατάρα.
Αλλά σαν αλήθεια.
Ό,τι δεν είναι ριζωμένο στον Θεό,
είναι σκιά που περνά.
Ό,τι χτίζεται χωρίς φόβο Θεού,
είναι άμμος που διαλύεται.

Αυτός είναι ο καρπός της σοφίας:
να σε φέρει στο σημείο
όπου δεν ξέρεις τίποτα,
αλλά θέλεις τον Θεό.

Να παραδέχεσαι πως δεν καταλαβαίνεις,
και να γίνεσαι προσευχή.

Κι αν σήμερα με ρωτήσεις,
τι να κάνεις στη ζωή σου,
θα σου πω αυτό —
όχι ως δάσκαλος,
αλλά ως συντριμμένος άνθρωπος:

Φόβου τον Θεό.
Και φύλαξε τις εντολές Του.
Γιατί αυτό είναι το παν του ανθρώπου.

Τα υπόλοιπα είναι σκόνη.
Όμορφη, λαμπερή, τραγική σκόνη —
μα σκόνη.

Εγώ, ο Εκκλησιαστής,
έφτασα στο τέλος όλων.
Και στο βάθος δεν βρήκα θεωρία.
Βρήκα κρίση.
Βρήκα χάρη.
Βρήκα μια φωνή που μου ψιθύρισε:

«Εγώ είμαι το νόημα που ζητούσες.
Δεν είμαι ιδέα.
Είμαι ζωντανός.
Κι ήρθα για σένα.»

Ο Ηράκλειτος και ο Εκκλησιαστής συνομιλούν

Μαρτυρία δύο φλεγομένων ανδρών


Εγώ είμαι ο Ηράκλειτος.
Κι εγώ, ο Εκκλησιαστής.
Δεν ήμασταν σύγχρονοι. Ούτε ομόπιστοι.
Μα σταθήκαμε και οι δύο μπροστά στο άγνωστο πρόσωπο του Λόγου,
και λυγίσαμε.

Εγώ έψαξα μέσα στη φωτιά.
Κι εγώ, μέσα στη ματαιότητα.
Κι οι δυο μας βρήκαμε σιωπή στο τέλος της σοφίας.

Εγώ είπα: “Όλα κυλούν. Τίποτα δεν μένει.”
Κι εγώ είπα: “Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.”
Δυο κραυγές — ίδια πληγή.

Εσύ, Ηράκλειτε, αγκάλιασες τη φλόγα, γιατί είδες ότι κινεί τα πάντα.
Ναι. Και γιατί ήθελα να καώ μέσα στην αλήθεια,
παρά να ζήσω μέσα σε ψέματα.
Κι εσύ, Εκκλησιαστή, γύρισες τον κόσμο,
κι ήθελες η σοφία να σου φανερώσει τον λόγο της ύπαρξης.

Νόμιζα πως μπορούσα να Τον καταλάβω.
Μα Εκείνος έμεινε μακριά.
Όσο πλησίαζα, τόσο χανόταν.

Το ίδιο κι εγώ.
Περπάτησα κάθε δρόμο,
κι ο Λόγος ήταν πάντα πιο βαθύς.
Σαν βυθός χωρίς τέλος.

Μήπως, τελικά, η σοφία δεν είναι για να την κατέχεις,
αλλά για να σε συντρίβει;
Μήπως είναι το πέρασμα, όχι ο προορισμός;

Μπορεί.
Ίσως σοφία να είναι να μάθεις να σιωπάς,
και να στέκεσαι μπροστά στο άγνωστο,
όχι με αλαζονεία, αλλά με ευλάβεια.

Αλήθεια σου λέω, Εκκλησιαστή:
όταν έβλεπα τον πόλεμο να γεννά ειρήνη,
και τον θάνατο να γεννά ζωή,
κατάλαβα ότι ο κόσμος δεν είναι χάος.
Είναι πληγή με τάξη.

Κι εγώ, Ηράκλειτε, όταν είδα τον άνθρωπο να γελάει με την ανοησία του,
να βουτά στην αφροσύνη και να νομίζει πως είναι θεός,
πόνεσα.
Γιατί ήξερα πως τίποτα δεν έχει νόημα,
αν δεν υπάρχει κάποιος πάνω απ’ όλα να δώσει νόημα.

Κι όμως, τον ψάξαμε χωρίς να Τον δούμε.
Τον ακούσαμε σαν ψίθυρο μέσα στη φωτιά,
σαν δάκρυ μέσα στη ματαιότητα.

Αν ερχόταν…
Αν ο Λόγος κατέβαινε και γινόταν άνθρωπος —
τότε, Εκκλησιαστή,
θα είχαμε δικαίωση.
Όχι των ιδεών μας.
Αλλά των πληγών μας.

Ναι, Ηράκλειτε.
Γιατί ο μόνος Θεός που αξίζει,
είναι Αυτός που κατεβαίνει.
Που δεν μας ζητά να Τον φτάσουμε,
αλλά έρχεται Εκείνος να μείνει μαζί μας.

Μπορεί να Τον είδαμε και να μην Τον αναγνωρίσαμε.
Μπορεί να μίλησε και να σιωπήσαμε.
Μα μέσα στη σιωπή μας,
κάτι γεννιέται.

Όχι σοφία.
Πίστη.

Εγώ είμαι ο Ηράκλειτος.
Εγώ είμαι ο Εκκλησιαστής.
Κι αν οι δρόμοι μας δεν μας έσωσαν,
τουλάχιστον μας έμαθαν να περιμένουμε.

Αυτόν.
Τον Λόγο.
Που θα μπει στη σάρκα μας,
και θα πει: «Εγώ είμαι.»

«Εγώ, που άκουσα και τους δύο»

Μαρτυρία ανθρώπου μετά τη φωτιά και τη σιωπή


Εγώ δεν είμαι σοφός.
Δεν είμαι φιλόσοφος.
Ούτε βασιλιάς.

Είμαι απλώς ένας άνθρωπος.
Μα περπάτησα στη φωτιά του Ηρακλείτου
και κάθισα στη σιωπή του Εκκλησιαστή.
Και άκουσα.

Τον έναν να λέει:
«Όλα κυλούν. Τίποτα δεν μένει.»
Και τον άλλον να λέει:
«Ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης.»

Και κατάλαβα.
Και οι δύο είχαν δίκιο.

Ο κόσμος είναι ροή.
Τα πάντα αλλάζουν,
φεύγουν, διαλύονται.
Κι ό,τι δεν κινείται,
είναι ήδη νεκρό.

Μα κι ό,τι κινείται χωρίς σκοπό,
είναι τρέλα.
Ένας χορός χωρίς μουσική.

Έψαξα όπως αυτοί.
Πήγα στις γραφές και στα ποτάμια,
στις βιβλιοθήκες και στα δάκρυα.
Και το μόνο που έμαθα ήταν αυτό:

Δεν μπορώ να σώσω τον εαυτό μου.

Η σοφία με έφερε ως ένα σημείο.
Με έμαθε να ρωτάω.
Με έμαθε να μη βολεύομαι.
Αλλά δεν με λύτρωσε.

Γιατί η αλήθεια δεν είναι απάντηση.
Είναι παρουσία.

Και τότε Τον άκουσα.
Όχι τον Ηράκλειτο.
Όχι τον Εκκλησιαστή.
Τον Άλλον.
Που είπε:

«Ἐγώ εἰμι ὁ Λόγος.»

Και ξαφνικά όλα τα θραύσματα έλαμψαν.
Η φωτιά του Ηρακλείτου έγινε Πνεύμα.
Η ματαιότητα του Εκκλησιαστή έγινε δίψα για αιωνιότητα.

Κατάλαβα πως ο Λόγος δεν είναι απρόσιτος.
Κατάλαβα πως ήρθε.
Κατέβηκε.
Έγινε άνθρωπος.

Και μου είπε:
«Ό,τι δεν κατάλαβες, εγώ το έζησα για σένα.»
«Ό,τι σε πλήγωσε, εγώ το πήρα επάνω μου.»

Και τότε σώπασα.

Όχι από φόβο.
Αλλά από ειρήνη.

Ο Ηράκλειτος είχε δίκιο:
ο κόσμος καίγεται.
Ο Εκκλησιαστής είχε δίκιο:
τίποτα δεν κρατά για πάντα.

Αλλά και οι δύο,
χωρίς να το ξέρουν,
μιλούσαν για Εκείνον.

Εγώ Τον γνώρισα.
Τον συνάντησα όχι στη σοφία μου,
αλλά στην ήττα μου.

Και τώρα,
δεν ζητάω να εξηγήσω τον κόσμο.
Ζητάω να αγαπώ όπως Εκείνος.
Να γίνομαι μικρός.
Διαφανής.
Σαν νερό.
Σαν φωτιά.
Σαν ψίθυρος.

Γιατί ο Λόγος έγινε σιωπή
για να ακούσω επιτέλους το Όνομά Του.

Εγώ, που άκουσα και τους δύο,
σου λέω:

Ο δρόμος της αλήθειας δεν τελειώνει στη σκέψη.
Τελειώνει στο Σταυρό.

Κι από εκεί —
αρχίζει το φως.

«Εγώ, ο Λόγος»

Η απάντηση του Χριστού σε όσους Τον αναζήτησαν


Εγώ είμαι ο Λόγος.
Εγώ ήμουν πριν υπάρξει φλόγα,
πριν κυλήσει ποταμός,
πριν ανοίξει στόμα σοφού και ψιθυρίσει «γιατί».

Ήμουν εκεί όταν ο Ηράκλειτος κοίταξε τον κόσμο να αλλάζει
και νόμισε πως όλα είναι φωτιά.
Ήμουν εκεί όταν ο Εκκλησιαστής κάθισε στη σκόνη
και είπε πως όλα είναι μάταια.

Και ήμουν μαζί σου —
όταν άκουσες και τους δύο,
και κράτησες τη δίψα χωρίς να σβήσεις την πίστη.

Δεν σας καταδίκασα για την αναζήτηση.
Την ευλόγησα.
Γιατί η δίψα για αλήθεια είναι προσευχή χωρίς λέξεις.

Ναι, Εγώ είμαι ο Λόγος που δεν ερευνάται —
γιατί δεν ήρθα για να εξηγηθώ, αλλά για να δοθώ.

Εγώ έγινα άνθρωπος,
όχι για να σβήσω τις ερωτήσεις σας,
αλλά για να μπω μέσα στις πληγές τους.
Να τις κουβαλήσω.
Να τις σταυρώσω.
Και να τις αναστήσω.

Ηράκλειτε,
δεν έσφαλες όταν είπες πως όλα ρέουν.
Μα δεν είδες ακόμα τον ποταμό της Ζωής,
που βγαίνει απ’ την πληγωμένη πλευρά μου.

Εκκλησιαστή,
δεν είπες ψέματα όταν μίλησες για ματαιότητα.
Μα δεν είδες ακόμα το Άγιο Νόημα
που γεννιέται όταν αγαπάς χωρίς ανταπόδοση.

Κι εσύ,
που άκουσες και τους δύο,
σε είδα να κλαις μόνος μέσα στη σιωπή.
Και ήρθα κοντά σου χωρίς θόρυβο,
για να σου ψιθυρίσω:
«Μακάριοι οι πεινώντες και διψώντες τη δικαιοσύνη,
γιατί αυτοί θα χορτάσουν.»

Δεν σας ζητώ να με εξηγήσετε.
Σας ζητώ να με ακολουθήσετε.

Δεν ήρθα να χτίσω φιλοσοφίες,
αλλά να κάνω καρδιές κατοικητήριό μου.
Να πάρω τη σοφία σας,
τη ματαιότητά σας,
τη δίψα σας,
και να τις κάνω Σώμα και Αίμα.

Εγώ είμαι ο Λόγος.
Αυτός που εσείς αναζητήσατε
χωρίς να ξέρετε το όνομά Του.
Και τώρα σας λέω:
Είμαι εδώ.
Είμαι για σας.
Είμαι μέσα σας.
Και σας περιμένω.

Φλέγων Νηρεύς

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Recent Posts

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου