ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΤΩΛΙΑΣ & ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

ΙΕΡΑ  ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ  ΑΙΤΩΛΙΑΣ  &  ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ
200 ΧΡΟΝΙΑ - ΕΞΟΔΟΣ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ ΙΕΡΑ ΠΟΛΗ

Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2014

Περί των οκτώ πειρασμών των Χριστιανών

http://www.agioritikovima.gr/thlogos/item/43811-%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%AF-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CE%BF%CE%BA%CF%84%CF%8E-%CF%80%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CF%8E%CE%BD-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%87%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BD%CF%8E%CE%BD
Περί των οκτώ πειρασμών των Χριστιανών
Πατέρες και αδελφοί, Ο μοναχός και ο αγωνιστής χριστιανός είναι πνευματικοί μαχητές σε κάθε στιγμή της ζωής τους από την γέννηση μέχρι τον θάνατο τους.
Είναι όμως ανάγκη να γνωρίζουμε την τέχνη αυτού του αοράτου πολέμου και από ποία μέρη έρχεται εναντίον μας ο νοητός εχθρός.

Ο άγιος Μελέτιος ο Ομολογητής μας λέγει ότι ο πειρασμός έρχεται από έξι σημεία εναντίον μας, ενώ ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης γράφει από οκτώ, δηλ. από επάνω και από κάτω, από δεξιά και αριστερά, από εμπρός και πίσω και από μέσα και έξω.

Στην συνέχεια θα ομιλήσουμε εκτενέστερα για τον πολυμερή αυτόν πόλεμο του διαβόλου με την βοήθεια του Πανάγαθου Θεού.

1. Ο από επάνω πειρασμός:

Είναι δύο ειδών: Το πρώτο συμβαίνει όταν αρχίζουμε να κάνουμε μία αδιάκριτη και απερίσκεπτη άσκηση που υπερβαίνει τις δυνάμεις μας, όπως επί παραδείγματι: υπερβολική νηστεία, συνεχή αγρυπνία, πολλές μετάνοιες, και άλλες υπερβολικές ασκήσεις. Αυτή η άσκηση έχει ως αποτέλεσμα να αδυνατίζει το σώμα μας και να αδυνατούμε να εργασθούμε τις αρετές του Χριστού. Συγχρόνως ταράζεται ο νους μας γιατί δεν αναπαύεται σ’ αυτού του είδους τις ασκήσεις. Το δεύτερο είδος πειρασμού συμβαίνει όταν ερευνούμε την Αγία Γραφή χωρίς να διαθέτουμε την ανάλογη πνευματική ηλικία και κατάσταση με αποτέλεσμα, εάν κάποιος δεν ευρεθεί να μας χαλιναγωγήσει, θα φθάσουμε στην τρέλλα, την αίρεση και την βλασφημία του Θεού. Η Αγία Γραφή είναι η απύθμενη θάλασσα της σοφίας του Θεού και απ’ αυτό το νερό εμείς πρέπει να βγάλουμε όσο είναι δυνατόν και απαραίτητο για να ανακουφισθούμε από την πνευματική μας δίψα. Απ’ αυτό το νερό ο άνθρωπος βγάζει με τον κουβά και απ’ αυτόν στην κανάτα και από εκεί παίρνει με ένα ποτήρι να δροσισθεί και δεν προσπαθεί με μία φορά να βγάλει το νερό της σοφίας του Θεού έξω, διότι δεν έχει τα κατάλληλα εργαλεία και υπάρχει βεβαίως ο φόβος να πνιγεί. Έτσι πνίγηκαν πολλοί ερευνητές των Γραφών λόγω της υπερηφάνειας των και έγιναν αρχηγοί αιρέσεων και οδήγησαν μαζί με τους εαυτούς των χιλιάδες ψυχές στον Άδη.

2. Ο από κάτω πειρασμός:

Από κάτω έρχεται ο πειρασμός και μας πειράζει με την ακηδία και οκνηρία για την επιτέλεση των έργων της αρετής και των εντολών του Θεού. Ένα παράδειγμα: Όταν κάποιος είναι δυνατός και υγιής στο σώμα και εκ προθέσεως αποφεύγει τις δουλειές ή τα διακονήματα της Μονής, τα οποία είναι ανάλογα των δυνάμεων του. Ή ένας λαϊκός, ο οποίος δεν θέλει να κοπιάσει για τα έργα των αρετών, την νηστεία, την αγρυπνία, την υπηρεσία και βοήθεια του πλησίον, την προσευχή κ.λ.π. Με την αδιαφορία ή οκνηρία μας αυτή στερούμε από την ψυχή μας τον μισθό των πνευματικών έργων, επειδή δεν κοπιάζουμε στην εφαρμογή των θείων εντολών. Καθένας από εμάς λοιπόν, έχουμε καθήκον να ανεβαίνουμε τις πνευματικές βαθμίδες των αρετών, γνωρίζοντας ότι η μέση και διακριτική οδός είναι η βασιλική, διότι τα άκρα είναι του διαβόλου.

3. Ο εκ δεξιών πειρασμός:

Αυτός ο πειρασμός πάλι είναι δύο ειδών: Το πρώτο είδος είναι, όταν εργασθούμε τα καλά έργα με κακό σκοπό, ενώ το δεύτερο είναι, εάν δεχθούμε την εμφάνιση των δαιμόνων με την μορφή αγγέλων και αγίων, ή με την μορφή του Χριστού, της Θεοτόκου και άλλων ουρανίων μορφών. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέγει ότι «οι δαίμονες της κενοδοξίας και υπερηφάνειας εμφανίζονται στους αδυνάτους στον νου ως προφήται». Ενώ ο Απόστολος Παύλος μας δείχνει στην Β' προς Κορινθίους (11,14) ότι: «ό σατανάς μετασχηματίζεται εις άγγελον φωτός».

4. Ο εξ αριστερών πειρασμός:

Από τα αριστερά μας πειράζει ο διάβολος όταν γνωρίζουμε την αμαρτία, αλλά με την θέληση μας αποφασίζουμε να την εκτελέσουμε. Ένα παράδειγμα: Κάποιος γνωρίζει ότι είναι αμαρτία να κλέπτει, να πορνεύει, να μεθά, να βλασφημεί τα Θεία, να εκδικείται τον πλησίον του ή να κάνει οποιοδήποτε άλλο κακό έργο. Παρ’ όλα όμως αυτά αφήνει τον εαυτό του να νικηθεί από την αμαρτία με την θέληση του και εις γνώσιν του. Οπότε, όταν εμείς γνωρίζουμε την αμαρτία και όμως την επιτελούμε είτε με τον νου, τον λόγο, το αίσθημα ή την πράξη, τότε πειραζόμεθα εξ αριστερών.

5. Ο εκ των έμπροσθεν πειρασμός:

Μας πειράζει από εμπρός ο διάβολος όταν μας παρουσιάζει σκέψεις και φαντασίες για έργα τα όποια δήθεν θα μας συμβούν στο μέλλον. Ένα παράδειγμα: Όταν θορυβούμεθα ότι θα έλθει εναντίον μας κάποιος κίνδυνος, κάποια παγίδα ή ασθένεια, ότι θα ξεσπάσει κάποιος πόλεμος, ότι θα δυσφημισθούμε από τους άλλους, θα γίνουμε πτωχοί, μας ταράζει κάποιος ότι δεν θα επιτύχουμε στις εξετάσεις ή σε κάποιο άλλο έργο. Όλα αυτά μας τα φέρνει ο νοητός εχθρός στον νου μας με σκοπό να μας ταράξει και να μας κλονίσει με αυτά που νομίζουμε ότι θα έλθουν εναντίον μας. Γι’ αυτούς τους λογισμούς ας προσέχουμε τα λόγια του Σωτήρος που λέγει: «Μη ουν μεριμνήσητε εις την αύριον, η γάρ αύριον μεριμνήσει τα έαυτής, αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής» δηλ. μη μερμνάτε ….φτάνει η στεναχώρια της ημέρας. (Ματθ. 6,34). Δεν δόθηκε σ’ εμάς από τον Θεό να γνωρίζουμε ούτε μία ώρα πέραν της παρούσης ώρας τι θα γίνει. Οπότε σε τέτοιου είδους πειρασμό να λέγομε: «Ας γίνει το θέλημα του Κυρίου».

6. Ο εκ των όπισθεν πειρασμός:

Πειραζόμεθα εκ των όπισθεν όταν οι δαίμονες μας ενοχλούν στον νου μας με αυτά τα έργα που κάναμε στο παρελθόν, όταν είμασταν παιδιά ή νέοι και με τις αμαρτίες που κάναμε. Η μνήμη μας πολύ συχνά βοηθεί την φαντασία μας στα κακά που κάναμε, προπαντός όταν περάσαμε την ζωή μας χωρίς προσπάθεια για την φρούρηση και κάθαρση του νου με την νοερά προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησον με τον αμαρτωλό». Οι Πατέρες λέγουν ότι τόσο ανόητη είναι η φαντασία, ώστε εάν ένας άνθρωπος αντίκρισε στην νεότητα του μία ωραία γυναίκα με εμπάθεια και έλθει ο καιρός να πεθάνει αυτή και ίδει την νεκροκεφαλή της, εν τούτοις η φαντασία του, του υπενθυμίζει το ωραίο πρόσωπο της, όταν ζούσε. Γι’ αυτό ονόμασαν οι Πατέρες την φαντασία «γέφυρα του διαβόλου», επειδή καμιά αμαρτία δεν περνά από τον νου και την αίσθηση παρά μόνο από την γέφυρα της φαντασίας. Οπότε, Πατέρες και αδελφοί, για να νικήσουμε στον πόλεμο αυτό, έχουμε μεγάλη ανάγκη από την νοερά εγρήγορση και προσοχή, την μνήμη του θανάτου, των βασάνων της κολάσεως και της ακαταπαύστου νοερής προσευχής.

7. Ο εκ των έσω πειρασμός:

Πειραζόμεθα από μέσα μας με τον ερεθισμό των παθών, τα οποία εξέρχονται από την καρδιά μας, κατά τον λόγο του Σωτήρος, που λέγει: «εκ γαρ της καρδίας εξέρχονται διαλογισμοί πονηροί, φόνοι, μοιχείαι, πορνείαι, κλοπαί, ψευδομαρτυρίαι, βλασφημίαι» (Ματθ. 15,19). Η Αγία Γραφή μας λέγει ότι «βαθεία είναι η καρδία παρά πάντα» (Ίερεμ. 17,9), επειδή απ’ αυτή πηγάζουν όλες οι κακίες στον άνθρωπο που δεν την φυλάγει με την προσευχή και την μετάνοια, αλλά και απ’ αυτή πηγάζουν πάλι, όλες οι αρετές σ’ αυτόν που την καθαρίζει με τα δάκρυα της μετανοίας και την συντριβή. Οπότε απαλλασσόμεθα από τα πάθη της καρδίας μας με την ακατάπαυστη προσευχή και τα δάκρυα της μετανοίας.

8. Ο εκ των έξω πειρασμός:

Προέρχεται από τα πάθη, τα οποία εισέρχονται στην ψυχή μας από τις πέντε αισθήσεις ή όπως ονομάζονται τα παράθυρα της ψυχής, για τις οποίες ο προφήτης Ιερεμίας λέγει: «ανέβη θάνατος διά των θυρίδων υμών» (9,21). Αυτές οι πέντε αισθήσεις είναι τα πέντε ζεύγη βοών με τα οποία ζούμε στην κακία και εμπάθεια και δεν θέλουμε να πάμε στο Δείπνο που μας καλεί ο Μέγας Βασιλεύς (Λουκ. 14,19). Οπότε η απόκρουση απ’ αυτά τα πάθη γίνεται με την πολυχρόνια νήψη του νου, την ακατάπαυστη προσευχή, την συντριβή της καρδίας και με το να ζητάμε με πόνο και μετάνοια την βοήθεια του Κυρίου.

Εν κατακλείδι, παρακαλώ με ταπείνωση, Πατέρες και αδελφοί, να βοηθήσετε και εμένα τον αμαρτωλό και αδιάφορο για την σωτηρία μου, με την προσευχή σας, ώστε να αισθανθώ τουλάχιστο εντροπή για τα ανωτέρω λόγια πού σας είπα και έτσι να ξυπνήσω και εγώ από την αναισθησία μου και να καλώ το Όνομα του Κυρίου μας για βοήθεια μου. Αμήν.

ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ Ιερομ. ΚΛΕΟΠΑ ΗΛΙΕ Εκδ. ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ

Εμείς δεν είμαστε μόνοι. Ο Θεός είναι μαζί μας.

http://www.diakonima.gr/2014/09/27/%CE%B5%CE%BC%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B5%CE%AF%CE%BC%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5-%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9-%CE%BF-%CE%B8%CE%B5%CF%8C%CF%82-%CE%B5%CE%AF%CE%BD%CE%B1%CE%B9-%CE%BC%CE%B1/Ο τρόπος με τον οποίο δίνουμε κάτι

Ο Κύριος δε θεραπεύει συνεχώς. Μερικούς τους αφήνει να υποφέρουν για το καλό των ιδίων και των ανθρώπων του περιβάλλοντός τους. 
Διαπίστωσα συχνά ότι οι άνθρωποι που υποφέρουν ή πέρασαν μεγάλες δοκιμασίες είναι άνθρωποι δυνατοί. Απέκτησαν μια άλλη θεώρηση της ζωής , μερικές δεξιότητες τις οποίες δεν έχουν οι άνθρωποι που δεν πέρασαν δοκιμασίες. Η δοκιμασία μπορεί να γίνει δεκτή και ως ένα δώρο, ως ένας εμπλουτισμός. Μερικοί εκλαμβάνουν τη δοκιμασία ως μια αδικία, σαν κάτι που δε θα έπρεπε να τους είχε συμβεί. Αυτό συμβαίνει, γιατί αυτοί συγκρίνονται με τους άλλους. Όμως αυτό δεν έχει κανένα νόημα. Ο κάθε άνθρωπος πρέπει να διάγει τη ζωή που του δόθηκε. Ο καθένας έχει τη δική του σχέση με τη δοκιμασία. Ο καθένας μπορεί να κερδίσει κάτι από τη δοκιμασία. Πιστεύω ότι αυτό που πρέπει να μας βοηθά είναι η συνείδηση ότι ο Θεός επιτρέπει αυτή τη δοκιμασία και ότι αυτή έχει κάποιο σκοπό, έστω κι αν δεν τον γνωρίζουμε. Αυτή η συνείδηση, ή καλύτερα αυτή η εμπιστοσύνη, μας βοηθά να σηκώσουμε το σταυρό μας με γαλήνη.

Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι η πίστη στο Θεό μας βοηθά να σηκώσουμε μία μεγάλη δοκιμασία. Να ξαναθυμηθούμε όμως ότι, αν περάσαμε μια δοκιμασία, δεν επιθυμούμε να είμαστε μέσα στη δοκιμασία, γιατί ούτε η Εκκλησία και ούτε οι άνθρωποι το επιθυμούν. Να απομακρύνουμε ,αν μπορούμε, τη δοκιμασία; Ναι! Αλλά να μην αποφύγουμε το σταυρό που μας σώζει. Ο Κύριος δεν ευλογεί μια παρόμοια στάση. Δηλαδή ο Κύριος μας ζητεί να σηκώνουμε ο καθένας το σταυρό , το σταυρό της αυταπαρνήσεως του εαυτού. Χωρίς σταυρό δεν υπάρχει σωτηρία. Η σωτηρία δεν μας δίνεται μόνο με το Σταυρό του Κυρίου, αλλά και με την άρση του προσωπικού σταυρού∙ όταν περνάμε δια μέσου ενός πειρασμού, μιας αρρώστιας, ενός πόνου, μιας συμφοράς, συναντιόμαστε με το σταυρό που πρέπει να σηκώσουμε και αυτός γίνεται αληθινά ο σταυρός της σωτηρίας μας.

Να είμαστε πεπεισμένοι ότι ο σταυρός μας είναι απαραίτητος για να σωθούμε. Να ζητάμε από τον Κύριο υγεία και καθετί καλό, αλλά να του ζητάμε και τη δύναμη ν’ αποδεχθούμε τη δοκιμασία, όταν μας αποστέλλεται. Να ζητάμε από τον Κύριο να μας ενισχύει στην πίστη, για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε απέναντι σε όλους τους πειρασμούς που μας συμβαίνουν. Να του ζητάμε να μας βοηθήσει να βαστάζουμε με χαρά τη δοκιμασία. Ο άγιος Ισαάκ ο Σύρος έλεγε: «Ψάξε να βρεις ένα γιατρό πριν αρρωστήσεις και προσευχήσου πριν την έλευση του πειρασμού».

Να προετοιμαζόμαστε να υποφέρουμε τη φυσική ή ηθική δοκιμασία. Όμως για να μπορέσουμε να υπομείνουμε τη δοκιμασία και να ωφεληθούμε από αυτήν, πρέπει να ταπεινωθούμε. Να μην ταρασσόμαστε, βλέποντας ότι η δοκιμασία είναι μια πραγματικότητα που δεν μπορούμε ν’ αποφύγουμε , ένα πρόβλημα που δεν μπορούμε να επιλύσουμε , ένα μυστήριο για το καλό μας, για την πνευματική μας πρόοδο, που μας ενώνει με τη δοκιμασία του Κυρίου ο οποίος είχε έλεος για μας και μας έσωσε, γιατί μας αγαπάει. Είναι ένα μυστήριο που μας ενώνει με τον Κύριο ακόμη και τότε, όταν μας αφήνει να υποφέρουμε , και που μας σκουπίζει τα δάκρυα τότε, όταν γνωρίζει ότι υποφέρουμε για το καλό μας.

Εμείς δεν είμαστε μόνοι. Ο Θεός είναι μαζί μας. Να πιστεύουμε ότι ο φύλακας άγγελός μας, μας συνοδεύει παντού, ότι η μητέρα του Κυρίου μας προστατεύει και στις καλές περιστάσεις και στις κακές. Να πιστεύουμε ότι το έλεος του Κυρίου μας συνοδεύει παντού.
Γέρον Θεόφιλος Παραϊάν 
Πηγή:  plus.google.com

"Έβλεπαν όλοι την λάρνακα να βγαίνει μόνη της έξω από το ιερό"

http://www.agioritikovima.gr/thavmata/item/43769-%CE%AD%CE%B2%CE%BB%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD-%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%BB%CE%AC%CF%81%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CE%B2%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%B5%CE%B9-%CE%BC%CF%8C%CE%BD%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%AD%CE%BE%CF%89-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%BF-%CE%B9%CE%B5%CF%81%CF%8C
"Έβλεπαν όλοι την λάρνακα να βγαίνει μόνη της έξω από το ιερό"
Στις 15 Οκτωβρίου η εκκλησία μας τιμά τη μνήμη ενός ανώνυμου μάρτυρα μοναχού. Ο μοναχός αυτός ζούσε σε μία σκήτη της Αιγύπτου, και για αρκετά χρόνια έκανε υπακοή σε γέροντα.
Από φθόνο όμως του μισόκαλου δαίμονα αθέτησε την υπακοή του κι έφυγε από την καθοδήγηση του γέροντα, χωρίς να υπάρχει εύλογη και βλαπτική για την ψυχή του αιτία. Καταφρόνησε μάλιστα και το επιτίμιο, με το οποίο τον κανόνισε ο γέροντάς του. Έφυγε λοιπόν και κατέβηκε στην Αλεξάνδρεια.
Αλλά εκεί τον έπιασε ο ειδωλολάτρης άρχοντας του έβγαλε το μοναχικό σχήμα και τον πίεζε να θυσιάσει στα είδωλα. Καθώς όμως με κανένα τρόπο δεν τον έπειθε να το κάνει, πρόσταξε πρώτα να τον δείρουν αλύπητα με βούρδουλα, κι έπειτα να τον αποκεφαλίσουν με ξίφος. Έτσι κι έγινε. Άρπαξαν το μοναχό οι ειδωλολάτρες, του έκοψαν το κεφάλι και πέταξαν το σώμα του έξω από την πόλη για να το φάνε τα σκυλιά. Μερικοί όμως ευσεβείς χριστιανοί ήρθαν τη νύχτα και το σήκωσαν. Το άλειψαν με μύρα, το τύλιξαν με σεντόνια και το έβαλαν μέσα σε λάρνακα. Ύστερα το τοποθέτησαν στο άγιο βήμα ενός ναού της πολιτείας για να τιμάται σαν μαρτυρικό λείψανο.
Κάθε φορά όμως που γινόταν θεία λειτουργία και ο διάκονος εκφωνούσε το «Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε, οι κατηχούμενοι προέλθετε», έβλεπαν όλοι τη λάρνακα να βγαίνει μόνη της έξω από το ιερό ! Χωρίς να την αγγίζει ανθρώπινο χέρι, έφτανε μέχρι το νάρθηκα της εκκλησίας κι έμενε εκεί μέχρι την απόλυση. Έπειτα γυρνούσε πάλι μόνη της πίσω στο ιερό ! Όλοι έμεναν εκστατικοί μ΄ αυτό πού γινόταν.
Το πληροφορήθηκε κι ένας από τούς διακριτικούς πατέρες, και παρακάλεσε το Θεό να του δώσει εξήγηση. Δεν άργησε να του φανερωθεί η αιτία του θαύματος. Άγγελος παρουσιάστηκε μπροστά του και του λέει : Γιατί θαυμάζεις και απορείς γι΄ αυτό που συμβαίνει ; δεν έλαβαν οι απόστολοι του Χριστού, καθώς γνωρίζεις, εξουσία «του δεσμείν και λύειν» ; Κι από κείνους πάλι οι διάδοχοί τους, κ.ο.κ. ; Αυτόν λοιπόν τον αδελφό, που αξιώθηκε να χύσει το αίμα του για το Χριστό και όμως δεν του επιτρέπεται να βρίσκεται μέσα στο ιερό βήμα όσο τελείται η αναίμακτη θυσία, μάθε πως Άγγελος τον διώχνει μέχρι το νάρθηκα. Γιατί, ενώ ήταν υποτακτικός του τάδε συνασκητή σου, αθέτησε την υπακοή.
Κι όταν ο γέροντάς του εύλογα τον επιτίμησε με κανόνα, εκείνος τον άφησε κι έφυγε δεμένος με το επιτίμιο. Και, σαν μάρτυρας μεν, έλαβε το μαρτυρικό στεφάνι. σαν δεμένος όμως με επιτίμιο από το γέροντά του, δεν μπορεί να βρίσκεται μέσα στο ιερό, όταν τελείται η θεία λειτουργία. Εκτός κι αν του λύσει τον κανόνα ο γέροντας πού τον έδεσε. Σαν τα ‘μαθε αυτά ο άγιος εκείνος ασκητής, πήρε το ραβδί του, πήγε στο γέροντα του μάρτυρα και του διηγήθηκε τα πάντα. Έπειτα τον πήρε και κατέβηκαν μαζί στην Αλεξάνδρεια. Πήγαν στο ναό, όπου βρισκόταν το μαρτυρικό λείψανο. Άνοιξαν τη θήκη, που περιείχε το σώμα του μάρτυρα, και του έδωσαν κι οι δύο τη συγχώρηση. Έπειτα, αφού τον ασπάστηκαν, στάθηκαν και προσευχήθηκαν δοξολογώντας το Θεό.
Από τότε, όταν γινόταν θεία λειτουργία, παρέμενε ο μάρτυρας μοναχός ασάλευτος στη θέση του μέσα στο άγιο βήμα.
*ΘΑΥΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΠΟΚΑΛΥΨΕΙΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ, εκδ. ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ, ΩΡΟΠΟΣ ΑΤΤΙΚΗΣ, σ. 111 κ.ε.

Άγιος Αλέξιος του Ελνάτ ο δια Χριστόν σαλός (+12/25 Σεπτεμβρίου 1937)

http://hellas-orthodoxy.blogspot.gr/2014/09/1225-1937.html

Ἀνάμεσα στοὺς πολλοὺς νεομάρτυρες τῆς ῾Ρωσικῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξαν καὶ ἀρκετοὶ εὐλαβεῖς λαϊκοί. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν ὁ Ἀλέξιος Ἰβάνοβιτς Βορόσιν, ὁ ὁποῖος βάδισε τὸν δύσκολο δρόμο τῆς διὰ Χριστὸν σαλότητος. Ἕνα δρόμο ποὺ ἔγινε ἀκόμη πιὸ δύσβατος ἐπειδὴ ὁ Ἀλέξιος ἔζησε στὴ δύσκολη δεκαετία τοῦ ᾿30, ὅταν ἡ βιαιότητα τῆς Σοβιετικῆς πολιτείας ἐναντίον τῶν Χριστιανῶν ὑπῆρξε φοβερή. Παρ᾿ ὅλες ὅμως τὶς ἀντιξοότητες τῆς ἐποχῆς, ὁ Ἀλέξιος κατάφερε νὰ κρατήσῃ τὴν πίστι καὶ νὰ στεφανωθῇ μὲ τὸν στέφανο τοῡ μαρτυρίου τὸ 1937. Ἂν καὶ οἱ ἐκτελεστές του ἔχουν πλέον ξεχαστῆ, τὸ ἄφθορο σῶμα του παραμένει στὴν πόλι τοῦ Ἰβάνοβο ζωντανὸ μνημεῖο γιὰ τοὺς πιστούς.

Τὰ πρῶτα του χρόνια
Ὁ Ἀλέξιος γεννήθηκε στὶς 24 Ἰανουαρίου τοῦ 1886 στὸ χωριὸ Καουρχίκχο στὴν περιοχὴ Οὔριεβετς τῆς ἐπαρχίας Κόστρομα. Γονεῖς του ἦταν ὁ Ἰβὰν καὶ ἡ Εὐδοκία Βορόσιν, ἄνθρωποι πιστοὶ ποὺ καλλιεργοῦσαν τὴ γῆ. Ἡ περιοχὴ ὅπου μεγάλωσε ὁ Ἀλέξιος ἦταν γνωστή, γιατὶ ἐκεῖ τὸν 16ο αἰῶνα ἔζησε ἀσκητικὰ ὁ ἅγιος Συμεὼν τοῦ Οὔριεβετς. Οἱ ζωὲς τῶν δύο αὐτῶν ἔχουν πολλὲς ὁμοιότητες, ἴσως γιατὶ –ἐκτὸς τοῦ ὅτι ἔζησαν στὴν ἴδια περιοχή– ὁ Ἀλέξιος προσευχόταν θερμὰ στὸν ἅγιο Συμεών.

Ὅταν ὁ Ἀλέξιος ἔφτασε σὲ ἡλικία γάμου, ἄρχισε νὰ ψάχνῃ γιὰ σύζυγο καὶ ἦταν ἕτοιμος ν᾿ ἀρραβωνιαστῇ, ὅταν κάτι ἀναπάντεχο συνέβη κι ὁ ἀρραβώνας ἀπετράπη. Ἐκεῖνο τὸν καιρὸ οἱ νέοι τῆς περιοχῆς εἶχαν τὴ συνήθεια νὰ συνάζωνται στὰ χωριὰ καὶ νὰ συζητοῦν, ἀλλὰ οἱ συζητήσεις αὐτὲς πολλὲς φορὲς δὲν εἶχαν θέματα πίστεως καὶ ἦταν ἀμφιβόλου ἠθικῆς. Παρακάλεσε λοιπὸν τὴν κοπέλλα νὰ μὴ λάβῃ μέρος σὲ τέτοιου εἴδους ἀνευλαβεῖς συζητήσεις, κάτι τὸ ὁποῖο ἐκείνη δὲν ἄκουσε. Καὶ ὁ Ἀλέξιος σκέφτηκε· Ἂν τώρα δὲν μὲ σέβεται καὶ δὲν ὑπακούει, τί θὰ γίνῃ ὅταν θά ᾿νε γυναίκα μου; Στὴ συνέχεια ἄρχισε νὰ προβληματίζεται μὲ τὴν ὅλη πολιτειακὴ κατάστασι ποὺ ἐπικρατοῦσε στὴ ῾Ρωσία, τῆς ὁποίας τὸ οἰκοδόμημα εἶχε ἀρχίσει νὰ σείεται. Εἶχε ἤδη ξεκινήσει ὁ Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πολλοὶ ἐπέστρεφαν ἀπὸ τὸν πόλεμο πολὺ διαφορετικοί. Ὁ Ἀλέξιος διαισθανόταν ὅτι ἕνας ἐπικείμενος κίνδυνος ἦταν πρὸ τῶν πυλῶν.

Ἔτσι ἀποφάσισε νὰ διαλύσῃ τὸν ἀρραβῶνα του καὶ ν᾿ ἀποσυρθῇ στὸ ἐρημητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος στὸ Κριβοεζέρσκ. Τὸ ἐρημητήριο αὐτὸ ἦταν ἀφιερωμένο στὸν ἅγιο Συμεὼν τοῦ Οὔριεβετς, καὶ ἱδρύθηκε τὸν 17ο αἰῶνα. Ἀπὸ τὶς τρεῖς πλευρὲς ὑπῆρχαν λίμνες καὶ στὴν τέταρτη πλευρὰ βρισκόταν ὑψηλὲς ἀμμώδεις πλαγιές. Ἐκεῖ ὑπῆρχε μιὰ πηγὴ ποὺ λεγόταν Ἡ πηγὴ τοῦ ἁγίου Συμεών, ὅπου ὁ Ἀλέξιος πήγαινε συχνὰ νὰ προσευχηθῇ. Ὁ ἡγούμενος τῆς μονῆς δέχτηκε τὸν Ἀλέξιο ὡςδόκιμο, ὁ ὁποῖος σιγὰ - σιγὰ συνήθισε τὴν τάξι καὶ τὸν τρόπο ζωῆς τοῦ κοινοβίου, ἀλλὰ παρ᾿ ὅλα αὐτὰ δὲν ἔμεινε ἐκεῖ.
Γυρίζοντας στὴν πόλι του δὲν ἔμεινε στὸ πατρικό του σπίτι μὲ τοὺς γονεῖς του, ἀλλὰ ἀποφάσισε νὰ ἐγκατασταθῇ στὸ ἀποχωρητήριο - μπάνιο ἔξω στὴν αὐλή. Σύντομα, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ πατέρα του, ἔχτισε στὸν κῆπο ἕνα κελλάκι. Ὁ Ἀλέξιος ἀφιέρωσε ὅλο τὸν ἐλεύθερό του χρόνο στὴν προσευχή, ἀπομονώνοντας τὸν ἑαυτό του εἴτε στὸ κελλί του εἴτε στὴν πηγὴ τοῦ ἁγίου Συμεών. Ἡ περιοχὴ ἐκεῖ εἶχε τέτοια φυσικὴ διαμόρφωσι ποὺ ὁ Ἀλέξιος μποροῦσε νὰ κρυφτῇ ἀπὸ τὰ βλέμματα τοῦ κόσμου.

Ἔφτασε ὁ Μάρτιος τοῦ 1917 καὶ ἡ ῾Ρωσία ἄρχισε νὰ δέχεται τὸ πρῶτο ταρακούνημα ἀπὸ τὸ προεπαναστατικὸ κίνημα. Στὰ χωριὰ δὲν ὑπῆρχαν κάποιες κρατικὲς ἀρχὲς γιὰ νὰ βάζουν μιὰ τάξι. Οἱ κάτοικοι συγκεντρώνονταν στὶς τοπικὲς συνελεύσεις ἀγροτῶν γιὰ ν᾿ ἀποφασίσουν πάνω σὲ θέματα ποὺ τοὺς ἀφοροῦσαν. Στὸ χωριὸ τοῦ Ἀλεξίου οἱ κάτοικοι τὸν ἐπέλεξαν ὡς πρόεδρο τῆς κοινότητός τους. Μὲ τὸ ποὺ ἔγινε πρόεδρος ὁ Ἀλέξιος δὲν ἄλλαξε καθόλου τὶς συνήθειες ποὺ εἶχε μέχρι τότε· προσευχόταν πολὺ καὶ συμμετεῖχε στὶς ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας. Ἀκόμη κι ὅταν ἔπρεπε ν᾿ ἀποφασίσῃ γιὰ κάτι, δὲν ἔφευγε ἀπὸ τὴν ἐκκλησία ἀλλὰ παρέμενε μέσα προσευχόμενος μέχρι νὰ πάρῃ κάποια πληροφορία. Παρέμεινε πρόεδρος μόνο ἕνα χρόνο, γιατὶ κάποιος ἄλλος τοποθετήθηκε στὴ θέσι του ἀπὸ τὶς ἀρχές κ᾽ ἔτσι ὁ Ἀλέξιος σταμάτησε νὰ ἔχῃ ἐπαφὲς μὲ τὸν κόσμο καὶ κλείστηκε στὸ κελλί του, ἀφιερώνοντας ὅλο του τὸν χρόνο στὴν προσευχὴ καὶ στὴ νηστεία. Ἔτσι πέρασαν ἐννιὰ χρόνια.Μιὰ νέα πάλη

Τὸ 1928 ἐπέλεξε νὰ βαδίσῃ τὸν δύσκολο δρόμο τῆς σαλότητας. Ἄρχισε νὰ ζῇ ὅπου εὕρισκε, κ᾽ ἦταν ντυμένος μὲ κουρέλια. Κανείς δὲν γνώριζε ποῦ περνοῦσε τὰ βράδια του καὶ οἱ ἐμφανίσεις του ἦταν ἀναπάντεχες. Κάποια φορὰ ἐμφανίστηκε νὰ βαδίζῃ μέσα στὰ χωράφια μετρώντας τα μὲ ἕνα ῥαβδὶ καὶ ἐνοχλώντας τοὺς χωρικοὺς ποὺ δούλευαν. Αὐτή του ἡ συμπεριφορὰ προκάλεσε τὸ γέλιο τῶν χωρικῶν, ἀλλὰ ἐκεῖνος δὲν ἔδωσε σημασία. Οἱ χωρικοὶ ἀγρίεψαν κι ἄρχισαν νὰ τὸν κυνηγοῦν. Ὁ ἅγιος ἔφυγε, ἀλλὰ ξαναγύρισε κάνοντας τὸ ἴδιο πρᾶγμα. Ἕνα χρόνο μετά, ἐμφανίστηκε στὰ ἴδια χωράφια ἕνας Σοβιετικὸς γραφειοκράτης καὶ τὰ μετροῦσε.
Ἐκείνη τὴν ἐποχὴ δὲν περνοῦσε ἀπὸ τὸ μυαλὸ κανενὸς χωρικοῦ ὅτι θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ ἐξοριστῇ χωρὶς νὰ εἶνε ἔνοχος. Ὅμως ὁ ὅσιος πήγαινε στοὺς χωρικοὺς ποὺ θὰ ἐξωρίζονταν καὶ τοὺς προειδοποιοῦσε. Οἱ χωρικοὶ ἄρχισαν νὰ συνηθίζουν τὶς ἐκκεντρικότητες τοῦ Ἀλεξίου, ἀλλὰ μιὰ μέρα ἐμφανίστηκε γυμνὸς σὲ δύο ὑποδηματοποιούς, τὸν Ἀλέξανδρο Σταπάνοβιτς καὶ τὸν Δημήτριο Ἰβάνοβιτς, κάτι ποὺ τοὺς ἔκανε ὅλους νὰ ἀπορρήσουν. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἦρθαν στὸ χωριὸ ἀντιπρόσωποι τῆς κυβερνήσεως καὶ κατέσχεσαν ὅλη τὴν περιουσία τῶν δύο ὑποδηματοποιῶν, μέχρι τὸ τελευταῖο ροῦχο, ἀφήνοντάς τους γυμνοὺς δίπλα ἀπὸ τὰ σπίτια τους ποὺ δὲν τοὺς ἀνῆκαν πλέον.
Ἄλλες φορὲς ὁ ἅγιος πήγαινε σὲ κάποια χωριὰ κι ἄρχιζε νὰ μετρᾷ τὰ σπίτια, δίνοντας ἕνα νούμερο ἄσχετο μὲ τὸ πραγματικὸ ἐμβαδὸν τῶν σπιτιῶν. Οἱ κάτοικοι τὸν ἔβλεπαν καὶ γελοῦσαν. Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ὅμως οἱ ἰδιοκτῆτες αὐτῶν τῶν σπιτιῶν συλλαμβάνονταν καὶ φυλακίζονταν γιὰ τόσα χρόνια ὅσο ὁ Ἀλέξιος ἔλεγε ὅτι ἦταν τὸ ἐμβαδὸν τῶν σπιτιῶν τους.
Μιὰ ἄλλη φορὰ τὸ χειμῶνα, ποὺ τὰ πάντα ἦταν σκοτεινὰ καὶ κανείς δὲν βάδιζε στὸ δρόμο, ἐμφανίστηκε νὰ περπατᾶ ὁ Ἀλέξιος καὶ νὰ κατευθύνεται στὸ χωριὸ Σερεντκίνο χωρὶς νὰ φοράῃ τὰ ροῦχα του. Χτύπησε τὴν πόρτα ἑνὸς σπιτιοῦ στὸ ὁποῖο ζοῦσε ἡ Ἀναστασία καὶ ὁ Γεννάδιος. Ἡ γυναίκα, ἀνοίγοντας τὴν πόρτα, τοῦ φώναξε ὑψώνοντας τὴ γροθιά της• «Ἀδιάντροπε ἄνθρωπε, πότε θὰ σταματήσῃς νὰ μᾶς ἐκθέτῃς;». Ὁ σύζυγός της ὅμως τὸν προσκάλεσε μέσα καὶ τοῦ ἔδωσε μιὰ καινούργια φορεσιά. Ὁ Ἀλέξιος ντύθηκε καὶ ἀποχαιρέτησε τὸ ζευγάρι, λίγο πιὸ πέρα ὅμως ξεντύθηκε, δίπλωσε τὰ ροῦχα καὶ τ᾿ ἄφησε πάνω στὸ χιόνι. Τὸ ζευγάρι βρῆκε τὰ ροῦχα καὶ γιὰ πολὺ καιρὸ ἔψαχνε νὰ βρῇ τὸν λόγο τῆς πράξεώς του αὐτῆς. Στὸ τέλος τοῦ χειμώνα ἦρθαν στὸ σπίτι τοῦ ζευγαριοῦ ἀντιπρόσωποι τῆς κυβερνήσεως καὶ τοὺς πέταξαν ἔξω, ἀφήνοντάς τους μόνο μὲ τὰ ἐσώρουχα.
Κάποια ἄλλη φορὰ ὁ Ἀλέξιος ἐμφανίστηκε στὴν ἀδελφή του Ἄννα. Μάζεψε κάποια πράγματα καὶ τὰ ἔβαλε πάνω στὸ τραπέζι. Ὅταν τὸ τραπέζι γέμισε, φόρεσε τὸ καπέλλο του κ᾽ ἔφυγε. Ἡ Ἄννα σκέφτηκε ὅτι ἴσως ἦταν κάποιο σημάδι, ἔτσι ἔκρυψε αὐτὰ τὰ πράγματα κάπου μακριὰ κι ὅταν τῆς πήραν ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα, τὰ μόνα ποὺ εἶχε ἦταν ὅσα εἶχε κρύψει.
Ὁ ὅσιος πολλὲς φορὲς ἐπισκεπτόταν τὰ χωριὰ Σελεζένεβο καὶ Παρφένεβο, ὅπου σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ σπίτια εἶχε ἕνα τσουβάλι βιβλία καὶ πήγαινε, διάβαζε πίνοντας τὸ τσάϊ του. Μιὰ φορὰ ὅμως μπῆκε στὸ σπίτι καὶ κάθησε πάνω ἀπὸ τὴ σόμπα σιωπηλός. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ τὸν φιλοξενοῦσαν εἶχαν συνηθίσει τὴν παράξενη συμπεριφορά του καὶ περίμεναν κ᾽ ἐκεῖνοι σιωπηλοί. Λίγη ὥρα ἀργότερα ὁ Ἀλέξιος βγῆκε ἔξω καὶ κάθισε στὸ κεφαλόσκαλο, καὶ ἔτσι, ὅπως καθόταν, κατέβηκε τὶς σκάλες καθιστός. Ἔπειτα σκαρφάλωσε πάνω σ᾿ ἕνα κάρρο στὴν αὐλὴ καὶ ξάπλωσε ἀρχίζοντας νὰ βογγάῃ σιωπηλά.

Δυὸ ἑβδομάδες ἀργότερα ἡ κυρία τοῦ σπιτιοῦ, παίρνοντας μία μεγάλη σιδερένια κατσαρόλα βραστὸ νερό ἀπὸ τὴ σόμπα, τὴν ἔχυσε πάνω της καὶ κάηκε τόσο πολὺ ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ βαδίσῃ. Βγῆκε ἔξω στὴ βεράντα, κάθησε στὰ σκαλοπάτια, τὰ κατέβηκε καθιστή, καὶ στὴ συνέχεια τὴν ἔβαλαν πάνω στὸ κάρρο ὅπου ἔπρεπε νὰ περιμένῃ δύο ὧρες μέχρι ποὺ κατάφεραν νὰ τὴ μεταφέρουν στὸ νοσοκομεῖο.

Ἐπίτροπος τῆς ἐκκλησίας τοῦ χωριοῦ Ἔλνατ ἦταν ὁ Παῦλος Ἰβάνοβιτς, ἕνας εὐσεβὴς καὶ δίκαιος ἄνθρωπος. Κάποια μέρα ὁ Ἀλέξιος μπῆκε στὸ ναὸ ἐνῷ γινόταν ἡ ἀκολουθία, φορώντας καπέλλο κι ἔχοντας ἕνα τσιγάρο στὸ στόμα. Ἔκανε βόλτες μέσα στὸ ναὸ μὲ τὰ χέρια του πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη, προξενώντας τὴν δυσαρέσκεια ὅλων τῶν πιστῶν. Δὲν πέρασε πολὺς καιρὸς καὶοἱ ἀρχὲς διέταξαν τὸ κλείσιμο τοῦ ναοῦ ζητώντας τὰ κλειδιὰ ἀπὸ τὸν ἐπίτροπο Παῦλο, γιὰ νὰ δείξουν ὅτι οἱ πιστοὶ ἐθελούσια συμπράττουν στὸ κλείσιμο τῆς ἐκκλησίας. Ὁ Παῦλος ἀρνήθηκε νὰ παραδώσῃ τὴν ἐκκλησία στοὺς ἄθεους.

Φυλακίστηκε καὶ πέθανε στὴ φυλακή, ἐπειδὴ ἡ κλονισμένη του ὑγεία δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ ἀντέξῃ τὴν ἀνάκρισι. Μετὰ τὴ σύλληψι τοῦ ἐπιτρόπου ἔκλεισαν τὴν ἐκκλησία καὶ ἐργάτες μὲ καπέλλα καὶ τσιγάρα βάδιζαν ἀναιδῶς μέσα στὸ ναό, ὁ ὁποῖος μετατράπηκε σὲ λέσχη διασκεδάσεως.

Πολλοὶ ἦταν αὐτοὶ ποὺ γελοῦσαν ἢ κυνηγοῦσαν τὸν Ἀλέξιο, βλέποντας τὴν περίεργη συμπεριφορά του.

Πολλοὶ νέοι τὸν πείραζαν, περπατώντας δίπλα του, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξιος δὲν ἔδινε σημασία. Βάδιζε πάντοτε φορώντας ἕνα μακρὺ πουκάμισο μέχρι τὰ γόνατα. Ὅταν τοῦ ἔδιναν ροῦχα, ἐκεῖνος ἀμέσως τὰ μοίραζε.

Πολλὲς φορὲς οἱ ἀρχὲς τὸν εἶχαν συλλάβει, στέλνοντάς τον σὲ ψυχιατρικὴ κλινική, ἀλλὰ ἐκεῖ οἱ γιατροὶ δὲν μποροῦσαν νὰ διαγνώσουν κάποια ψυχικὴ πάθησι, κ᾽ ἔτσι τὸν ἄφηναν ἐλεύθερο.

Ὁ ὅσιος ἔλεγε συχνὰ στὴν Ἄννα Μπεζεμίροβνα, ὅταν ἀκόμη ἦταν μικρή, τὴν ἑξῆς φράσι• «δῶσε μου μισὸ λίτρο».
 –Μὰ τί λέει ὁ Ἀλέξιος; ἀναρωτιόταν ἡ μικρή. Μέχρι ποὺ παντρεύτηκε καὶ [τότε] ἄκουγε συχνὰ ἀπὸ τὸν μέθυσο ἄντρα της τὴν ἴδια φράση.

Τὸ 1931 ὁ πεθερὸς τοῦ ἀνεψιοῦ τοῦ Ἀλεξίου, ὁ Νικόλαος Βασίλιεβιτς, ἐξωρίστηκε. Ἐπειδὴ ἦταν ἥδη ἠλικιωμένος, ἡ οἰκογένειά του δὲν εἶχε καμμιὰ ἐλπίδα νὰ τὸν ξαναδῇ ζωντανό. Μιὰ μέρα ὁ Ἀλέξιος πῆγε στὸ σπίτι τοῦ ἀνεψιοῦ του, τοῦ Δημητρίου Μιχαΐλοβιτς, στὸ ὁποῖο ἦταν μόνο ἡ σύζυγός του Ἄννα Νικολάεβνα, κ᾽ ἐπειδὴ δὲν ἤθελε νὰ εἶνε ἄπραγος, βρῆκε κάτι ν᾿ ἀπασχολῆται• κ᾽ ἐνῷ ἦταν ἀπορροφημένος στὴ δουλειά του, σήκωσε τὸ κεφάλι κ᾽ εἶπε· –Δὲν θὰ ἔρθῃ ὁ Νικόλαος στὸ σπίτι;
 –Ποιός Νικόλαος; ρώτησε ἡ Ἄννα. 
–Ὁ πατέρας σου. Ἐκείνη χτύπησε τὰ χέρια της ὅλο χαρὰ καὶ ρώτησε μὲ τὴ σειρά της 
–«Τί ἐννοεῖς, θεῖε Ἀλέξιε; ὑπάρχει περίπτωσι νὰ εἶνε τώρα στὸ δρόμο καὶ νὰ ἐπιστρέφῃ;
 –Ἴσως… ἴσως, ἀπάντησε ἐκεῖνος. Τὴν ἑπόμενη μέρα ὁ Νικόλαος ἐπέστρεψε σπίτι.

Ὅταν ἡ Ἄννα Νικολάεβνα γέννησε τὸ γυιό της, τοῦ ἔδωσε τὸ ὄνομα Νικόλαος, ἐπειδὴ εἶχε γεννηθῆ λίγες μέρες πρὶν τὴν ἑορτὴ τοῦ ἁγίου Νικολάου. Πρότειναν στὸν Ἀλέξιο νὰ εἶνε ὁ νονὸς τοῦ παιδιοῦ κ᾽ ἐκεῖνος δέχτηκε. Στὴ βάπτισι ὅλοι πῆγαν μὲ τὸ κάρρο ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Ἀλέξιο πού, ὅπως συνήθιζε, πῆγε περπατώντας. Δύο μέρες μετὰ τὴ βάπτιση, μαζεύτηκαν στὸ σπίτι τοῦ παιδιοῦ νὰ γιορτάσουν τὴν ὀνομαστική του ἑορτή.
 Ἐκείνη τὴν ἡμέρα ὁ Ἀλέξιος ἐμφανίστηκε στὸ σπίτι, μπῆκε μέσα ἀθόρυβα καὶ χωρὶς νὰ πῇ λέξι ξάπλωσε στὸ πάτωμα καὶ σταύρωσε τὰ χέρια του στὸ στῆθος, σὰν νὰ ἦταν νεκρός. Οἱ συγγενεῖς κοίταζαν τὸν Ἀλέξιο μὲ ἀπορία. Τὸ γεγονὸς ξεχάστηκε ἀπὸ τοὺς γονεῖς, ἀλλὰ τὸ ξαναθυμήθηκαν 42 χρόνια ἀργότερα, ὅταν ὁ Νικόλαος βρέθηκε νεκρὸς στὸ δημοτικὸ κῆπο τοῦ Κίνεσμα καὶ κείτονταν στὸ ἔδαφος μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος.
Τὸ μαρτύριό του

Πλησίαζε ἡ ἐπέτειος τῶν 20 ἐτῶν ἀπὸ τὴν πτῶσι τοῦ Ῥωσικοῦ κράτους καὶ οἱ συλλήψεις συνεχίζονταν. Ὁ Ἀλέξιος γνώριζε, ὅτι αὐτὴ τὴ φορὰ δὲν θὰ διαφύγῃ τὴ σύλληψι καὶ τὸ θάνατο. Θέλησε λοιπὸν ν᾿ ἀποχαιρετίσῃ τοὺς συγγενεῖς του κ᾽ ἔτσι ξεκίνησε γιὰ τὸ πατρικό του, στὸ ὁποῖο τώρα ἔμενε ὁ ἀνιψιός του Δημήτρης μὲ τὴν οἰκογένειά του. Ἦταν Μάιος τοῦ 1937. Εἶχε μαζέψει ὅλα του τὰ ὑπάρχοντα σ᾿ ἕνα σάκκο, τὸν ὁποῖο ὅταν τὸν ἀντίκρυσε ἡ Ἄννα Νικολάεβνα τὸν ρώτησε·
 –Ἦρθες λοιπόν, Ἀλέξιε, νὰ μείνῃς γιὰ πάντα μαζί μας; Ὁ Ἀλέξιος δὲν ἀπάντησε, ἀλλὰ ἀρχίζοντας νὰ βγάζῃ ἕνα - ἕνα τὰ πράγματα ἀπὸ τὸ σάκκο σκεφτόταν τί θὰ ἔδινε στὸν καθένα.
 Ἡ οἰκογένειά του διαισθάνθηκε ὅτι κάτι παράξενο θὰ συμβῇ, ὅταν ὁ Ἀλέξιος, καθισμένος δίπλα στὴ σόμπα, ἄρχισε νὰ τραγουδᾶ ἕνα τραγούδι γιὰ τὴ φυλακή. Ἡ Ἄννα τὸν ρώτησε ἂν πρόκειται νὰ τοὺς συλλάβουν ξανά. Ἀφοῦ γευμάτισαν ὅλοι μαζί, ὁ Ἀλέξιος τοὺς εἶπε, κάνοντας μιὰ ὑπόκλισι·
 –Δημήτρη Μιχαΐλοβιτς, θὰ σᾶς τὰ ξεπληρώσω ὅλα, θὰ σᾶς τὰ ξεπληρώσω ὅλα. Θὰ ᾿ρθῆτε νὰ μὲ θάψετε, ἔτσι δὲν εἶναι; Ἐγὼ θὰ πεθάνω πρῶτος καὶ θὰ ᾿ρθῆτε νὰ μὲ θάψετε.

Τὸ πρωὶ τῆς ἑπομένης ἡμέρας ὁ Ἀλέξιος τοὺς ἀποχαιρέτησε καὶ κατευθύνθηκε πρὸς τὸ Παρφένοβο, ὅπου οἱ ἀρχὲς περίμεναν νὰ τὸν συλλάβουν.

Ἐκεῖνα τὰ χρόνια οἱ φυλακὲς ἦταν γεμᾶτες ἀπὸ ἱερεῖς, μοναχούς, ἀσκητάς, πιστοὺς ἄντρες καὶ γυναῖκες, ἀκόμη καὶ παιδιά. Ἀνάμεσά τους ὅμως ἦταν καὶ κομμουνισταί, ποὺ εἶχαν καταλῃστέψει τὸ κράτος, ἄγριοι κακοποιοὶ καὶ φονιᾶδες. Ὅλοι αὐτοὶ βρίσκονταν ἀνακατεμένοι στὰ ἴδια κελλιά. Ὁ Ἀλέξιος, παρ᾿ ὅλο ποὺ ἦταν μαζὶ μὲ ἐγκληματίες, δὲν παρέλειπε νὰ προσεύχεται νύχτα καὶ μέρα. Κανείς δὲν γνώριζε πότε κοιμᾶται ἢ ἂν ἔτρωγε, διότι ὅλα τὰ ἔδινε στοὺς συγκρατουμένους του.

Ἐπειδὴ δὲν εὕρισκαν κάποια κατηγορία ἐναντίον του, χρησιμοποίησαν βασανιστήρια κ᾽ ἔτσι τὸν ἔβαλαν νὰ σταθῇ ξυπόλητος πάνω σὲ μιὰ σόμπα ποὺ ἔκαιγε.

Σύντομα στὴ φυλακὴ διαδόθηκε ἡ φήμη, ὅτι ἀνάμεσά τους ὑπάρχει ἕνας ἅγιος, κ᾽ ἔτσι ὁ ὑπεύθυνος τῆς φυλακῆς τὸν πλησίασε μιὰ μέρα καὶ τὸν ρώτησε· –Ὅλοι σὲ ἀποκαλοῦν ἅγιο. Τί ἔχεις νὰ πῇς γι᾿ αὐτό;

–Τί εἴδους ἅγιος εἶμαι ἐγώ; εἶμαι ἕνας ἁμαρτωλὸς καὶ ἁπλὸς ἄνθρωπος.
–Σωστά, ἀπάντησε ὁ ὑπεύθυνος, ἐμεῖς δὲν βάζουμε ἁγίους στὴ φυλακή, κάτι θὰ ἔκανες γιὰ νά ᾿σαι ἐδῶ. Γιατί λοιπὸν σὲ ἔφεραν ἐδῶ;
–Ἐπειδὴ αὐτὸ εἶνε ἀρεστὸ στὸ Θεό, ἀπάντησε μὲ πραότητα ὁ Ἀλέξιος.

Λίγα λεπτὰ σιγῆς ἀκολούθησαν ὅταν ὁ Ἀλέξιος εἶπε·

–Γιατί μιλᾶς τώρα σ᾿ ἐμένα, ἐνῷ αὐτὴ τὴ στιγμὴ στὸ σπίτι σου ὑπάρχει μιὰ μεγάλη συμφορά;

Ὁ ὑπεύθυνος τῶν φυλακῶν ξαφνιάστηκε, ἀλλὰ δὲν πῆγε ἀμέσως στὸ σπίτι του. Ὅταν ἐπέστρεψε, βρῆκε τὴ γυναῖκα του κρεμασμένη. Ἀπὸ κείνη τὴ στιγμὴ προσπάθησε πολλὲς φορὲς νὰ ἐλευθερώσῃ τὸν Ἀλέξιο, ἀλλὰ δὲν ἦταν θέλημα Θεοῦ.

Μετὰ ἀπὸ πολλὰ βασανιστήρια ὁ Ἀλέξιος κοιμήθηκε ἐν Κυρίῳ στὸ ἀναρρωτήριο τῶν φυλακῶν. Μετὰ ἀπὸ 13 μέρες τὸ σῶμα του παραδόθηκε στοὺς συγγενεῖς του νὰ τὸ θάψουν. Θάφτηκε στὸ παλιὸ κοιμητήριο τοῦ Κίνεσμα καὶ στὶς 12/25 Σεπτεμβρίου τοῦ 1985 τὸ ἄφθαρτο λείψανο τοῦ ὁσίου Ἀλεξίου μεταφέρθηκε στὴν ἐκκλησία τῆς πόλεως Ζάρκι. Τὸν Αὔγουστο τοῦ 1993 κατατάχτηκε στὸ ἁγιολόγιο τῆς ἐπισκοπῆς τοῦ Ἰβάνοβο καὶ τὸν Αὔγουστο τοῦ 2.000 ἔγινε ἡ ἁγιοκατάταξί του στοὺς νεομάρτυρες καὶ ὁμολογητὰς τῆς Ῥωσικῆς Ἐκκλησίας.
Τὸ ἱερό του λείψανο βρίσκεται τώρα στὸ ἅγιο βῆμα τῆς ἱ. μονῆς τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου στὴν πόλι Ἰβάνοβο, ὅπου ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα καὶ ἰάσεις.
Απὸ τὸ περιοδικὸ «Orthodox Word», τ. 286 Σεπτ.-Ὀκτ./2012 τοῦ ἀρχιμανδρίτου Δαμασκηνοῦ Orlovsky μετάφρασις• ἱ. μονὴ Ἁγίου Αὐγουστίνου Φλωρίνης

Οι γενιές που θρέφουν αγίους ( ΤΟΥ ΑΡΧΙΜΑΝΔΡΙΤΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ, ΚΑΘΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΑΣ ΜΟΝΗΣ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ ΑΓΙΟΥ ΟΡΟΥΣ)

http://ahdoni.blogspot.gr/2014/07/blog-post_28.html
Μα εκείνο που ομόρφαινε τα βράδια τα νησιά μας ήταν οί λεγόμενες βεγγέρες. Οι νύχτες στο σκοτεινό χωρίο το χειμώνα ήταν ατέλειωτες και οι λάμπες με το 5 νούμερο γυαλί λίγο φέγγανε στο εσωτερικό του σπιτιού. Κι αυτές ήταν πάντα χαμηλωμένες, να μην κάψουν πολύ πετρέλαιο. Οικονομία παντού. Στο νερό, στα ξύλα, στο φαγητό, στα ρούχα. Πιο παλιά μήτε λάμπες δεν υπήρχαν. Ό βενετσιάνικος λύχνος έφεγγε στη μάννα να εργοχειρήση. Εκεί, μπροστά στη βενετσιάνικη λουσέρνα, όπως την έλεγαν, συναγμένοι παππούδες, γονείς και παιδιά, διάβαζαν τα συναξάρια των Αγίων, αφηγούνταν θαύματα, θαλασσινές περιπέτειες, τυραγνίες του γένους μας, πειρατικές επιδρομές στο νησί μας, όπως τίς άκουσαν από τους παλιούς.
Κι ήταν όλα μυσταγωγία για μας τα παιδιά. Από μικρός άκουγα το βίο του άγιου Ιωάννου του Καλυβίτου, τους πειρασμούς του Μεγάλου Αντωνίου, τα μαρτύρια της Αγίας Βαρβάρας. Έτσι το πρωί, αν ζητούσα κάτι άλλο, έκτος από το παρατιθέμενο, για φαγητό, ή γιαγιά: -Δεν άκουσες, παιδί μου, πόσα υπέφερε ή αγία για την αγάπη του Χριστού, κι εμείς λίγη νηστεία δε θα κρατήσουμε; Κι έτσι όχι μόνο νηστεύαμε, αλλά ποθούσαμε τη νηστεία. Μ' αυτό τον τρόπο οί απέραντες νύχτες του χειμώνα γινότανε οί ωραιότερες ώρες της ζωής. Με πολύ μεγάλη ευχαρίστηση μνημονεύω όλους αυτούς που συγκροτούσανε αυτή την πνευματική πανδαισία και τους θυμάμαι έναν - έναν και τα ονόματα και τίς φυσιογνωμίες τους, αν και πέρασαν πολλά χρόνια από τότε.
Ίσως επεκτείνω το κείμενο πέραν του δέοντος, αλλά θεωρώ τον εαυτό μου χρεώστη απέναντι στις ταπεινές αυτές ψυχές, που πολλές φορές διηγούνταν κάποια διήγηση ως κομμάτι αναπόσπαστο από τον εαυτό τους. Σαν να είναι ή ίδια ή ζωή τους. Άλλωστε όλα αυτά τα θαυμάσια παραμένουν ακατάγραφα και με την πάροδο του χρόνου και τη σημερινή ψυχρότητα και αδιαφορία, σίγουρα θα λησμονηθούνε από τους επιγόνους.
Ή γριά Στυλιανή, που 'χε υπό τη φροντίδα της το δισυπόστατο ναό του Αγίου Σπυρίδωνα, διακρινόταν για την ευλάβεια της, τη σοβαρότητα και τη σεμνότητα του ήθους της. Είχε ζήσει για χρόνια στην ξενιτιά, μα τίποτα δεν είχε αλλάξει πάνω της, μήτε ή κόμμωση, μήτε ή ενδυμασία. παλιακιά γυναίκα και στην εμφάνιση και στους τρόπους. Πολλά χρόνια χήρα, μύριζε λιβάνι και κερί. Στις βεγγέρες είχε το δικό της λόγο, που δεν τον άκουσε, αλλά τον έζησε.
Διηγείτο λοιπόν: Την εποχή που ή ελονοσία μάστιζε τον κόσμο, βγήκα μια φεγγαρόλουστη νύχτα προς νερού μου. Βλέπω μπρος στα χαλάσματα του σπιτιού μας γέροντα με ψάθινο σκουφάκι να μαζεύει σκουπίδια και κάθε άχρηστο και βρώμικο πράγμα. Τον πλησίασα και σεβαστικά τον ρώτησα: «-Τι κάνεις αυτού, Γέροντα;». Και μου αποκρίθηκε: «-Καθαρίζω τον τόπο, γιατί όλοι θα απολεστείτε από τη βρομισιά. Πες στον πρόεδρο, στα στάσιμα νερά να φυτέψει ευκαλύπτους, να καθαρίση το χωριό και να ρίξει παντού άφθονο ασβέστη». «-Ποιος είσαι συ, που τόσο πολύ μας αγαπάς, που και τη νύχτα εργάζεσαι για τη ζωή μας»; «-Είμαι αυτός που φροντίζεις και κάθε απόβραδο μου ανάβεις το καντήλι. Γείτονας σαν είμαι και δε με γνωρίζεις;». Κι έγινε άφαντος. Πράγματι ή κυρά Στυλιανή είπε στον πρόεδρο ότι της συνέστησε ό Άγιος Σπυρίδων. Πολλοί από τους ευκαλύπτους υπάρχουν και σήμερα εις μαρτύριο του θαύματος του Αγίου.
Ή οσιότατη Γερόντισσα Παρθενία Άνδρομανάκου κατέθετε την πνευματική της παρηγοριά: Όταν μόναζα στη Μονή του Χριστού ένα μεγάλο πρόβλημα με απασχολούσε. Δεν ήθελα να προχωρήσω, χωρίς να λάβω πληροφορία. Πήγα στον τάφο του οσίου Αρσενίου. άφησα την- καρδιά μου να ξεχειλίσει και τα μάτια μου να λούσουνε την πλάκα του τάφου του. Στο τέλος της δέησης μου πρόσθεσα, όπως πάντοτε: «-Δι' ευχών του οσίου πατρός ημών Αρσενίου». Ευθύς άκουσα φωνή από τον τάφο: «-Αμήν, Παρθενία μου».
Και συνεχίζει ή Γερόντισσα: Ηκουσα πως στο Αγιον Όρος στις αγρυπνίες κουνούν τους πολυελέους και τα καντήλια, για να έρθει χαρά και από το ουρανό. Στο δικό μας ταπεινό ησυχαστήριο δεν τα σείουμε εμείς, αλλά ό όσιος Φιλόθεος ό Αθωνίτης. Ψαλλάμε αγρυπνία στη γιορτή του οσίου με την αδελφή μου Αναστασία μοναχή, τη χήρα Γαρυφαλιώ Τριπολιτσιώτη και τον ανιψιό μου Μανόλη. Τα πάντα τα είχαμε κλειδωμένα, γιατί ό τόπος είναι έρημος. "Έβαλα στο νου -μου να ψάλουμε και λίγους στίχους από τα Ανοιξαντάρια, όπως τα έμαθα από τη μακαρίτισσα μεγάλη Γερόντισσα Παρθενία Μάνδηλα. Ευθύς ως άρχισα, είδα το καντήλι του οσίου να κινητοί ρυθμικά μέχρι το τέλος της αγρυπνίας. Λέγω στους άλλους: «-Βλέπετε ό όσιος χαίρεται με την αγρυπνία μας, δέχεται τη δέηση μας». Ταις αυτού αγίαις πρεσβείαις ελέησαν ημάς.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ
ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Κανείς δεν περνούσε μπροστά από Εκκλησία, χωρίς να σταυροκοπηθεί.
Είδα ανθρώπους, μπορώ να πω αχρήστους, το πρωί που περιδιάβαιναν τις Εκκλησιές, για να φτάσουν στη δουλειά τους, να κάνουν συνέχεια το σταυρό τους. Ήτανε το χωριό μικρό μοναστήρι, που στοιχιζότανε, όχι μόνο στις γιορτές αλλά και στην καθημερινή ζωή, στου μεγάλου Μοναστηριού την ακρίβεια. Έφερε μια κόρη τη μάννα της τη Μ. Παρασκευή να προσκύνηση το Σταυρό. Κι άρχισε ή γιαγιά να ζήτα να προσκύνηση όλες τις εικόνες. Νευρικά ή κόρη της προσπάθησε να την αποτρέψει κι ή γριά μάννα της απάντησε, με λόγια που ποτέ δε θα ξεχάσω: -Εγώ, παιδί μου, που ήρθα στην Εκκλησία σήμερα, δεν είμαι ούτε παπάς να λειτουργήσω, ούτε ψάλτης να ψάλω. Κεριά θ' ανάψω και τις εικόνες θα καταφιλήσω. Ή ζωή του νησιώτη μπορεί να ήταν περιπετειώδης, ριψοκίνδυνη με τα καράβια, τα ταξίδια και τους άπειρους κινδύνους της θάλασσας, αλλ' ήταν θεοφοβούμενος και μπορούσε να λέει το «Ήμαρτον, αλλ' ουκ απέστην από σου, Κύριε». Μου έλεγε ένας σύγχρονος νησιώτης: -Ό πατέρας μου ήτανε πολύ καλός, αλλά είχε ένα μεγάλο ελάττωμα, ήταν πολύ θεοφοβούμενος.
Είχαμε ανθρώπους που διάβαζαν τρία Καθίσματα του Ψαλτηρίου την ημέρα, όπως στα Μοναστήρια, και άλλους να δανείζουν βιβλία μεταξύ τους, όπως οί Βίοι των Αγίων, ή Αμαρτωλών Σωτηρία, ή Αποστολική Σαγήνη. Και για την Αγία Επιστολή και τον Αγαθάγγελο λόγος να μη γίνεται.
Ό νησιώτης ήταν βιαστής μεγάλος. Αυτό τον βοηθούσε να κρατά αξιοπρέπεια και να μην απλώνει εύκολα το χέρι να λαβή. Είδα ενενηκοντούτης, πριν βγει ή αγροτική σύνταξη, να σκάβει το αμπέλι του καθισμένος σε σκαμνί. -Τι κάνεις εκεί, μπάρμπα; -Προσπαθώ να καλλιεργήσω τον αμπελώνα μου, γιατί δεν έχω άλλον πόρο εκτός από το κρασί. Είδα μοναχό πέρα από τα ενενήντα να βάζει βία στη διακονία του Μοναστηρίου κι θαύμασα τον άνθρωπο που έχει βία διηνεκή, κατά τον όσιο Ιωάννη το Σιναΐτη.
Τα ήθη ήταν αυστηρά. Το ξεγλίστρημα δύσκολο, γιατί υπήρχαν φύλακες άγρυπνοι. Ή Εκκλησία ανυποχώρητη στα χοντρά λάθη. Ενθυμούμαι, κάποτε κοιμήθηκε ο πατέρας μιας γυναίκας, που εγκατέλειψε τη συζυγική στέγη και τα παιδιά της και συζούσε παράνομα. Όταν πήγαμε με τον παπα να σηκώσουμε το νεκρό, ό παπάς ζήτησε να βγει έξω από το σπίτι ή μοιχαλίδα, για να εισέλθει ό Σταυρός, τον όποιο κρατούσα και εξήλθε χωρίς άλλη κουβέντα. Της επέτρεψε ν' ακολουθήσει την εκφορά από μακριά κι όχι κοντά στο φέρετρο, όπως συνηθιζόταν, και της απαγόρεψε να είσέλθη στο ναό την ώρα της νεκρώσιμης Ακολουθίας. Στα εννιάμερα έφερε να διαβαστούνε κόλλυβα του πατέρα της. Ήταν ώρα Εσπερινού, παραμονή Θεοφανίων, και δεν έμπαινε στην Εκκλησία παρά το δριμύ ψύχος. Όταν τέλειωσε, βγήκα έξω και της λέγω: -Δεν κρυώνεις να μπεις μέσα; -Δεν κάνει, παιδί μου, πάρε τα κόλλυβα και δός τα στον παπα να τα διάβαση. Αχ, αυτή ή ελαστικότητα της Εκκλησίας σήμερα, καθόλου δεν βοήθα τον κόσμο.
Διαζύγια ένα-δύο άκουσα στα παιδικά μου χρόνια. Τώρα οί περισσότεροι γάμοι δε χρονίζουν. Υπήρχαν οικογένειες που ήταν Εκκλησιές, πιο αυστηρές από τα Μοναστήρια. Κατ' αρχήν σέβονταν τον εαυτό τους. Κανείς δεν περιφερόταν ημίγυμνος, δεν προκαλούσε ό ένας τον άλλον. Δεν επιτρέπεται να κοιμόμαστε ξέσκεποι, γιατί διώχνουμε το φύλακα άγγελο, έλεγε ή μάννα.
Τραγούδια δεν ακούγονταν. Κι αν κάποια κόρη τραγουδούσε την αγάπη της, το έκανε σεμνά κι όχι με ξετσιπωσιά. Άκουσα κόρη να τραγουδά τον εραστή της, την ώρα που σαλπάριζε το καράβι, και νόμιζα πως ψάλλει χερουβικό. Ήταν μια προσευχή και μια ευχή να γυρίσει με της Παναγιάς την προστασία.
Τα μεσημέρια, που νανούριζαν τα μωρά, ακούγονταν από τα ανοιχτά παράθυρα, συνήθως το καλοκαίρια, τα τραγούδια της κούνιας, που ήταν σαν τροπάρια Αγίων.
Ήταν σαν αγγελικός χορός, γιατί ή μάννα ή, ή μάμμη τραγουδούσε το μικρό της με όλον το πόθο της ψυχής της. Δεν έλειπαν από τα τραγούδια τα ονόματα της Παναγίας και του Χριστού μας.
Έκαναν οικογενειακά γλέντια τις καλές ήμερες, αλλά χωρίς να χάνουν την ιδιότητα του άνθρωπου και του ορθοδόξου χριστιανού. Σήμερα τα παιδιά κοιμούνται και παίζουνε με τα μπουζούκια. Καμιά μάννα δεν τραγουδά αιγαιοπελαγίτικους σκοπούς. Κι αν τραγουδήσει, θα πει της εποχής τα άνοστα κι έξαλλα τραγούδια. Για αυτό καλά θα κάνη να σιωπά.
Οί νηστείες τηρούνταν απ' όλους. Εξαίρεση αποτελούσαν αυτοί που δε νήστευαν. Τώρα σπανίζουν αυτοί που νηστεύουν. Και το τριήμερο της Μ. Τεσσαρακοστής ήταν γνωστό στους ευλαβείς νησιώτες. Έπαιρναν ψωμί για τη δουλειά και το γύριζαν άθικτο. -Τι το θες, χριστιανέ μου, του έλεγε ή γυναίκα, και το παίρνεις; -Για το λογισμό, απαντούσε ό σύζυγος. Όλη ή Μ. Τεσσαρακοστή περνούσε με αλαδία. Για την Κυριακή έβαζαν από το Σάββατο το βράδυ ρεβίθια στο φούρνο, για να έχουν ξεγνοιασιά από το φαγητό την Κυριακή στην Εκκλησία.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ - ΜΟΝΑΣΤΗΡΙ ΜΙΑ ΟΜΟΡΦΗ ΠΑΡΑΛΛΗΛΗ ΠΟΡΕΙΑ
Χρόνια κλώθω στη σκέψη μου, σαν τη νοικοκυρά που γνέθει το μαλλί στην ηλακάτη, αυτό που διάβασα κάποτε σ' ένα βιβλίο, γραμμένο από ένα κρυστάλλινο μυαλό, που δεν ήταν θεολόγος, άλλ' άνθρωπος που αγαπούσε του τόπου μας τις ομορφιές. Κάθε Μονή είναι το μεγάλο Μοναστήρι, όπου όλα είναι απόλυτα, όλα γίνονται με ακρίβεια, χωρίς οικονομίες και παρεκκλίσεις. Είναι ό παράδεισος, που καλλιεργεί τις αρετές ως τη μοναδική του επιδίωξη. Είναι το ιερό βήμα του τόπου που στέκεται. Είναι ή κατάπαυση των ανθρώπων. Εκεί κανείς σαββατίζει από τα του κόσμου βάσανα και προσμένει την ογδόη ήμερα. Το σπίτι, ή οικογένεια, είναι το μικρό μοναστήρι, που με μία ελάχιστη διαφορά προσπαθεί να βιώνει τη ζωή του μεγάλου Μοναστηρίου. Νηστεύει, προσεύχεται, λειτουργείται, εργάζεται όπως το μεγάλο Μοναστήρι. Στην καθημερινή του ζωή αυτό έχει πρότυπο και προσπαθεί να του μοιάσει. Εκεί καθρεπτίζεται, οσάκις θέλει να καμάρωση την ομορφιά του.
Ό πατέρας είναι ό Γέροντας του σπιτιού, που όλοι τον υπακούνε, και ή μάννα οικονόμησα του σπιτιού, που όλοι τη σέβονται και την αγαπάνε. Δε χάνεται ή πατρότητα κ' ή αρρενωπή αγάπη του πατέρα μέσα στα χάδια, τις τρυφερότητες και συμπάθειες της μάνας. Ό πατέρας δεν καταντάει κουβαλητής μόνο του σπιτιού, γιατί ή οικογένεια δε στοιχίζετε στου γείτονα τα ξενικά φερσίματα (δεν ακούς, έτσι κάνει κι ό γείτονας) αλλά στην αγία παράδοση του Μοναστηριού, σε δοκιμασμένο τρόπο ζωής. Κ' έλεγε κείνο το κρυστάλλινο μυαλό: Όλες οί προσπάθειες των πνευματικών ανθρώπων πρέπει να αποβλέπουνε στη συντόμευση της απόστασης μεταξύ Μονής και οικογένειας, στη γεφύρωση τον χάσματος, ώστε οι λαϊκοί και οί μοναχοί να ζούνε πολύ κοντά και μάλιστα χωρίς να προσπαθούνε να κάνουν οπαδούς, ούτε οί μοναχοί, ούτε οί πνευματικοί ταγοί, αλλά συμπόρευση στη βασιλεία των ουρανών.
Αυτό το γεφύρωμα, την παράλληλη πορεία, την έζησα πέρα για πέρα στα παιδικά μου χρόνια. Γι' αυτό και όταν εισήλθα στο Μοναστήρι, δε δυσκολεύτηκα καθόλου, ούτε να υπακούω, ούτε να αγρυπνώ, ούτε να νηστεύω, ούτε να διακονώ. Είδα το Μοναστήρι ως φυσική απόληξη των παιδικών μου χρόνων. Μου φάνηκαν από την αρχή όλα όμορφα και πανεύκολα. Ήταν ασέβεια να παρακούσω τον πατέρα, όπως οί μοναχοί το Γέροντα στο Μοναστήρι. Και ήταν αγνωμοσύνη μεγάλη να μη σεβαστώ τη μάννα που θυσιαζόταν για όλους.
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΖΩΗ - ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ
Αν ό ιερέας συναντούσε κάποιες λειτουργικές ή ποιμαντικές δυσκολίες, με πολλή εμπιστοσύνη αποτεινότανε στο Μοναστήρι. Όταν κοιμήθηκε κάποιος που τον κατηγορούσανε μασόνο, ό παπάς αποτάθηκε στο Μοναστήρι, αν πρέπει να κάνη κηδεία δεν το αποφάσιζε μόνος του. Και σε βεβαρημένες περιπτώσεις εξομολογήσεων τους παρέπεμπαν στο Μοναστήρι. δεν έπαιρναν ευθύνη. Άλλωστε στη συνείδηση των Παριανών κατ' εξοχήν πνευματικός είναι ό ηγούμενος ή ό παπάς του Μοναστηρίου.
Ή εκκλησιαστική ζωή στο χωριό ήταν πιστό αντίγραφο του Μοναστηρίου. Ό Όρθρος κι ό Εσπερινός τηρούνταν απαρασάλευτα. Αν στην ώρα δε χτυπούσε ή καμπάνα, όλοι ρωτούσαν: -Λείπει ό παπάς; είναι άρρωστος; γιατί δε χτύπησε Εσπερινό; Ό Εφημέριος του χωρίου ήτανε πάντα ό παπάς μας, ό δικός μας παπάς, οποίος κι αν ήτανε. Έτσι ή αγαπητική διάθεση για τον παπά εξαφάνιζε την ιεροκατηγορία. Αν κάποιος έλεγε κάτι κακό κατά του παπά, άκουγε την επιτιμητική απάντηση: -Εκεί που στέκεται ό παπάς, εμείς δεν μπορούμε να σταθούμε.
Σ' όλες τις ακολουθίες, τις καθημερινές λειτουργίες και τις προηγιασμένες έψελναν γυναίκες, που αν και ήταν απαίδευτες, διάβαζαν κι έψαλλαν σωστά, και μάλιστα διατηρούσαν το πομπώδες ύφος της Ανατολής, που ή φωνή τους γέμιζε τους θόλους των Εκκλησιών. Από τα βαθιά χαράματα, παρά τις υποχρεώσεις τους, βρίσκονταν στις Εκκλησίες, σαν τις Μυροφόρες στον τάφο του Χριστού. Και τα παιδιά δεν απουσιάζαμε από το χορό τους. Από αυτές έμαθα και να ψάλλω και να διαβάζω και να γονατίζω και να προσκυνώ και να σταυροκοπιέμαι, πότε να στέκομαι όρθιος και πότε να κάθομαι. Ήξεραν πότε πρέπει να κάμουν σταυρό και ήταν πάντα το χέρι έτοιμο να σταυροσημειωθούνε. Κουπί το χέρι για σταυρό στην ακολουθία. Το άκουσμα Χριστός, Παναγία, όνομα αγίου, είχε σταυρό. Και καθετί που πράττανε, δεν το έκαναν γιατί άπλα έτσι το παρέλαβαν, έτσι το είδαν στους παλιούς, αλλά είχανε βαθιά επίγνωση των τελουμένων στο χώρο της Εκκλησίας.
Είπα κάποτε σε γιαγιά: -Γιατί ανάβετε στο Ευαγγέλιο κεριά και κάνετε θόρυβο, που ενοχλεί τον Επίτροπο; Οί γιαγιάδες από την είσοδο τους στην Εκκλησία άναβαν και κρατούσαν δύο κεριά. ένα ν' ανάψουν στο Εωθινό κι ένα στο Ευαγγέλιο της Λειτουργίας. -Παιδί μου, ό επίτροπος τα κάνει από αγνοία, κι ενώ διαμαρτύρεται για τα δικά μας κεριά, εκείνος συγχρόνως ανάβει λαμπάδα στην Ωραία Πύλη, για να διάβαση ό παπάς το Ευαγγέλιο. Τα παλιά τα χρόνια, όταν ό ετοιμοθάνατος έγραφε τη διαθήκη στα παιδιά του, που συνήθως γινότανε νύχτα, γιατί τότε βρίσκονταν όλοι, οι παρευρισκόμενοι βαστούσαν κεριά αναμμένα. Και το Ευαγγέλιο είναι ή Διαθήκη του Θεού στον κόσμο. Πως επιγράφεται το Ευαγγέλιο; Καινή Διαθήκη. Οσάκις διαβάζεται, μη βλέπεις τον παπά που το απαγγέλλει, ό ίδιος ό Θεός μας το παραδίδει και γι' αυτό ανάβουνε κεριά οί πιστοί. Ας μας αφήσουν να κρατάμε τις παλιές παραδόσεις, για να τις βρείτε κι εσείς.
Ή παράδοση της Εκκλησίας, είτε γραπτή είτε προφορική, είναι αγία και σωτήριος. Ποιος παλιός πιστός, όταν άκουγε στη θ. Λειτουργία το «Ευλογημένη ή Βασιλεία», δεν ψιθύριζε: Μέγα το όνομα της Αγίας Τριάδος, κι όταν άκουγε, «Πρόσχομεν, τα αγία τοις αγίοις», δεν έλεγε καθ' εαυτόν: Εις βοήθειαν πάντων των ευσεβών και ορθοδόξων χριστιανών; και στη συγχωρητική ευχή των Κολλύβων «Ό Θεός των πνευμάτων», στη φράση «ο Θεός συγχώρησαν», όλοι μαζί οί πιστοί επαναλάμβαναν: ό Θεός συγχώρησαν. Τώρα τους μοιράζεις κόλλυβα και αντί Θεός σχωρέσ' τους, σου λέγει: Ευχαριστώ!
Ποιος μεταλάμβανε, χωρίς να συνδιαλλαγή με τον αδελφό του; Είτε έφταιγε Είτε όχι, ή μετάνοια γινότανε βαθιά. Ποια γιαγιά δε στεκότανε σεβίζουσα στον Εξάψαλμο και στον Προοιμιακό και δε μετάνιζε στην «Τιμιωτέρα»; Τώρα μήτε όρθιοι στέκονται. Ή Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει καθίσματα, αλλά στασίδια, λίγο ν' ανακούφισης τη μέση σου. Ή όρθία στάση ήταν πάντα ή στάση της προσευχής.
Κι ό χαιρετισμός μεταξύ των ανθρώπων πόση χαρά είχε! "Αν δε χαιρετούσες, δεν καλημέριζες τον πλησίον σου και τον αδελφό σου, ήτανε λόγος αποχής από τη θεία Κοινωνία! Κι εκείνος ό πασχαλιάτικος χαιρετισμός, Χριστός ανέστη! Αληθώς ανέστη!, πόσο μεγαλείο είχε! Οι βαρύτονες φωνές του γεωργού και του ψαρά έκαναν τα βουνά και τις θάλασσες ν' αντιλαλούν το Χριστός ανέστη! και το Αληθώς ανέστη! Και αυτό σαράντα μέρες διαλαλείτο από τους πιστούς. Και τώρα, μια μέρα και μόλις ακούγεται. Λες, Χριστός ανέστη! και παίρνεις την ελεεινή απάντηση, Χρόνια πολλά. Άραγε θα γυρίσουνε τα χρόνια και θα έρθουν οί καιροί της χαράς και της αγάπης; Κι ό ασπασμός όλων των ανδρών στην προσκύνηση του Ευαγγελίου την ημέρα του Πάσχα ήταν κάτι ξεχωριστό και μια ζεστασιά μεταξύ των ανθρώπων. Τώρα νεκρική παγωνιά. Ντουβάρια σηκώσαμε μεταξύ μας. Μήτε χαιρετιόμαστε, μήτε ασπαζόμαστε.
Γνώριζαν στην Απόλυση να κατεβαίνουν από τα στασίδια. Ήταν ώρα αρχοντιάς. Έπρεπε να αφανιστεί κάθε λογισμός αντιπαλότητας και να έρθει ό ένας κοντά στον άλλο και όλοι μαζί κοντά στον παπα, για να αποχαιρετιστούνε με τον παπά, μεταξύ τους, και με τους Αγίους. Ήτανε ή ώρα της μεγάλης ευχής, της μεγάλης αίτησης, το μεγάλο παρακάλιο του παπα, όλοι οί Άγιοι να δεηθούνε, να μας ελεήσει ο Θεός. Πόσο φτωχή είναι αυτή ή ευχή της Απολύσεως, όταν μνημονεύονται ελάχιστοι Άγιοι! -Μνημόνευε, έλεγαν οί παλιοί παπάδες, όλους τους Άγιους, από τους πρώτους μέχρι τους νεωτέρους, για να αποδεικνύεται πως το Πνεύμα το Άγιο υπάρχει πάντα στην Εκκλησία και αναδεικνύει Οσίους και Μάρτυρες. Κανένας δεν έστρεφε προς την πόρτα, αν δεν άκουγε το «Δι' ευχών». Άκουσα γυναίκα να παρατηρεί το σύζυγο της, που έφυγε πριν το «Δι' ευχών» από τη Λειτουργία με τα εξής λόγια: -Έφυγες προ του «Δι' ευχών» σαν τον Ιούδα, που έφυγε πριν τελείωση το μυστικό τραπέζι και μπήκε μέσα στο σκοτάδι της νύχτας, για να παραδώσει το Χριστό. Ιούδας λοιπόν ό αποχωρών προ της Απολύσεως.
Μια εικόνα ακόμα, που διατηρώ πολύ ζωντανή στη θύμηση μου, είναι ό τρόπος που εκκλησιάζονταν ορισμένες άπλες ψυχές. Ούτε στους μοναχούς δε συνάντησα τόση αληθινή παρουσία στη λατρεία. Αυτοί οί ευλογημένοι, παρά το γήρας τους, έστεκαν στηριγμένοι στο ροζιάρικο ραβδί τους μπροστά στο σολέα, σα να ήτανε πρώτη φορά που άκουγαν θεία Λειτουργία. Με ανοιχτό το στόμα κι ορθάνοιχτα μάτια, καρφωμένα κυριολεκτικά στο θυσιαστήριο, παρακολουθούσαν τα τελούμενα. Τα ηλιοκαμένα και θαλασσοδαρμένα τους πρόσωπα έλαμπαν από χαρά. Όταν κάποιος παπάς στο χωριό λειτουργούσε πολύ πρωί και σχεδόν κάθε μέρα, και δινόταν έτσι ή δυνατότητα στον εργαζόμενο να παρακολούθηση τη θεία Λειτουργία, άκουσα αγρότη, μόλις κάθισε στο γαιδουράκι του, να μονολογεί τα έξης σταυροσημειούμενος: -Δόξα τω Θεώ, άκουσα και σήμερα του Αγίου Σάββα τη' Λειτουργία. Μεγάλο πράγμα να λειτουργείσαι κάθε μέρα. Γίνεσαι και συ Άγιο Βήμα, Ιερό θυσιαστήριο. Κύριε, μη μου το στερήσεις.
ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΑΝΔΡΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΑΣ - ΑΝΑΤΡΟΦΗ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ
Το απόγευμα ή καμπάνα του 'Εσπερινού ήταν για όλους σημείο - κλείσιμο της ημέρας. Ό ζευγολάτης σταματούσε τα βόδια και με το ένα χέρι βαστούσε την όχδερη και με το άλλο σταυροκοπιότανε κοιτάζοντας προς το χωριό. Και ήξερε πόσες σφύρες χωράφι έχει να κάνει ακόμα έως ότου νυχτώσει. Και ο βοσκός ξεσαλάγιασε τα ζωντανά του για να πλησιάζει στο χωριό. 
Η μάνα με τη μαμή που αυτή την ώρα συνήθως εργοχειρούσαν όταν άκουγαν διπλοκάμπανο έλεγαν: -Απόψε έχει είσοδο ό Άγιος, είναι σχόλη αύριο, και μάζευαν το εργόχειρο. Χρειάστηκε να έρθω στο Άγιο Όρος, για να καταλάβω την κουβέντα της γιαγιάς μου, έχει είσοδο ό άγιος. Και ή μέρα έκλεινε πάντα με προσευχή μπροστά στις άπειρες εικόνες του σπιτιού. Το προσκυνητάρι της οικογενείας ήταν στο δωμάτιο των γονιών. Ούτε στο χώλ, ούτε στην κουζίνα. Εκεί άναβε το καντήλι και κάπνιζε το λιβανιστήρι. Κάθε κόρη, για να παντρευτεί, έπρεπε μαζί με όλα τα αλλά να έχει προικιό καντήλι, μπρούτζινο λιβανιστήρι, σφραγίδα για τα πρόσφορα και εικόνες. Ό γαμπρός γινότανε δεκτός στο σπίτι με την εικόνα του. Κι ή πεθερά παρέδιδε στη νύφη την εικόνα με λειτουργική ευλάβεια, όπως την παρέλαβε και κείνη. -Αύτη ή εικόνα, νύφη, θέλει ευλάβεια. θα την πηγαίνεις στη γιορτή της στην Εκκλησιά, θα λειτουργείται, και θα την γιορτάζεις πάντοτε με αρτοκλασία. Το θέλει ή εικόνα, ό Άγιος. 
Μην το αμελήσεις, θα πάθεις κακό. Πίσω απ' αυτό το οικογενειακό εικόνισμα γράφονταν οί γεννήσεις των παιδιών. Τα περισσότερα μάλιστα σπίτια, επειδή το χωριό είχε πολλές Εκκλησιές, κληρονομούσανε ν' ανάβουν κι από ένα καντήλι. Αν πήγαινε άλλος να βάλει λάδι στο καντήλι, έπρεπε να πάρει αδεία από το δικαιούχο. Και αυτό ήταν μια άτυπη αλλά σεβαστή από όλους παράδοση. Έτσι κάθε σούρουπο, που φαινόταν ό αποσπερίτης, το χωριό γινότανε μοναστήρι. Κάθε νοικοκυρά με το ροΐ στο χέρι πήγαινε στην Εκκλησιά, ν' ανάψει το καντήλι. και ήταν το θέαμα εξαίσιο. ή μάννα με τις τρύπιες παντούφλες, την φθαρμένη ζακέτα και τη χιλιομπαλωμένη ποδιά, μαντηλωμένη, για να φυλαχθή από το βραδινό ψύχος, να βαστά λάδι από το υστέρημα της, για να το προσφέρει στον άγιο. Οι Εκκλησιές ήταν όλες ανοιχτές, τα καντήλια αναμμένα και το θυμιατό στο σολέα του ιερού ανέδιδε την εύωδία του μοσχοθυμιάματος κάθε βράδυ, κάθε μέρα. Τι άλλο θέλει να δη ή ψυχή, για να τραφεί πνευματικά;
Και όλες εκείνες οί αγίες εικόνες ήταν χάρμα οφθαλμών. Κρητικής τεχνοτροπίας, Ιστορημένες στα βασανισμένα χρόνια της σκληρής σκλαβιάς. Μ' ένα απλό κοίταγμα διασταυρώνονταν τα μάτια με του Χριστού, της Παναγίας και των Άγίων. Σου απορροφούσαν όλη την προσοχή. Δε χόρταινες να τις βλέπεις ήτανε το θωρεί να δεις. Ό μπάρμπα-Γιώργης ό Χατζής μου έλεγε: -Τι νά δω-»~ πότε θα 'ρθω στο Μοναστήρι του πάππου σου, να σταθώ στην εικόνα του θεολόγου, να με κοιτάξει, να τον κοιτάξω. Χάζευε ό νους σου στου Θεού τα πράγματα. Χαρά ήθελες; Τη λάβαινες. Παρηγοριά; Ακόμα περισσότερη. Έτσι οι άνθρωποι που έβλεπαν τις αγίες αυτές εικόνες είχαν ειρήνη κι ομορφιά, που φαινότανε στο πρόσωπο τους, κι ας ήταν ηλιοκαμένοι και θαλασσοδαρμένοι και ταλαιπωρημένοι.
Γινόταν έργο ή ευχή «Σημειωθήτω έφ' ημάς, Κύριε, το φως του προσώπου σου». Ρώτησα μία γερόντισσα, πως πήγε ή επέμβαση στα μάτια της, και μου απάντησε: -Το ένα μόνο μου χάρισε φως, για να βλέπω τα πρόσωπα των ανθρώπων και να δοξάζω το Θεό. Εμείς δύσκολα μπορούμε να κάνουμε σήμερα μια τέτοια ομολογία. Τώρα οι άνθρωποι βλέπουνε τέρατα στις τηλεοράσεις και αγρίεψαν, έγιναν θηριοπρόσωποι. Δεν ελπίζουν πια στους αγίους. το είναι τους είναι αφημένο στα χρήματα και στους τάχατες μεγάλους.
Μεγαλώνοντας μέσα σ' αυτό το κλίμα, με πολλή προθυμία βοηθούσαμε τους καταπονημένους γονείς μας. Προσπαθούσαμε, όσο πιο πολλά μπορούσαμε να κάνουμε, για να τους ανακουφίσουμε από τους καμάτους της αγροτικής και ποιμενικής ζωής. Προσέχαμε την απροθυμία και την αντιλογία. Ό Γέροντας Φιλόθεος πολλές φορές με διαβεβαίωσε, πως αυτά τα δύο σταυρώνουν τους γονείς και τους οργίζουν Τα παιδιά μεγαλώναμε μέσα στις Εκκλησίες , κάτω από τα καμπαναριά. Να στολίσουμε στα πανηγύρια την Εκκλησία που γιορτάζει, να ψάλουμε, να διαβάσουμε, να κοινωνήσουμε. Τα παιγνίδια μας ήταν στις αυλές του Κυρίου, κάτω από τα καμπαναριά των Εκκλησιών. Τόση ήταν ή επίδραση της εκκλησιαστικής ζωής στις παιδικές μας ψυχές, που μετά από κάθε λειτουργία και τελετή, στους δικούς μας χώρους, αντί για παιγνίδια, κάναμε λειτουργίες και λιτανείες με όλους τους Ιερατικούς βαθμούς, κι όλες τις αντίστοιχες λεπτομέρειες. Αντί για αλλά δώρα, προτιμούσαμε επιτραχήλια και ράσα. Οι βαπτίσεις στη θάλασσα χειμώνα-καλοκαίρι ήταν μέσα στο πρόγραμμα.
Στις λειτουργικές μας ανάγκες πρώτος αρωγός ήταν ό Γέροντας Φιλόθεος. Θυμιατά, λιβάνια, κεριά και εικόνες από κείνων προμηθευόμασταν. Θυμάμαι ένας μικρός παπάς είπε στην παπαδιά, να της κάνη αγιασμό και ή παπαδιά του απάντησε: -Μας έκανε ό παπάς μου. Τότε ό μικρός: -Ναι, αλλά ό παπάς σου πήρε χρήματα, εγώ δε θέλω χρήματα κι όλη ή χάρη θα είναι σ' αυτό το αγιασμένο νερό. Όλα βέβαια τα παιγνίδια μας γινότανε κάτω από το άγρυπνο μάτι της μάνας.
Όλη ή ζωή του νησιώτη γύρω από την Εκκλησία εξελισσόταν. Γι' αυτό έτρωγε ψωμί και κρεμμύδι, για να χτίση Εκκλησίες και καμπαναριά. Και δεν έκτιζε τις Εκκλησίες ό νησιώτης για να εξάλειψη τις εγκληματικές του πράξεις, κατά το «μία αμαρτία - Εκκλησία». Το κτίσιμο των εκκλησιών δεν ήταν μόνο επιτίμιο πνευματικό. Ήταν και ευλάβεια στο Θεό, ευχαριστία στον Άγιο για τις θαυματουργίες του, ή ήτανε και θεία υπόδειξη και αποκάλυψη.
ΑΠΟΛΛΩ ΜΟΝΑΧΟΣ

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΔΟΧΕΙΑΡΙΟΥ

ΔΑΦΝΗ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ

Ποιοι και γιατί δολοφόνησαν τον Ιωάννη Καποδίστρια. (27 Σεπτεμβρίου 1831)

http://yiorgosthalassis.blogspot.com/2014/09/blog-post_683.html

Στις 27 Σεπτεμβρίου 1831 δολοφονήθηκε στο Ναύπλιο ο πρώτος κυβερνήτης της Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας από δύο μέλη της οικογένειας Μαυρομιχάλη, τα οποία πυροβόλησαν και μαχαίρωσαν θανάσιμα τον κυβερνήτη έξω από την εκκλησία του Αγίου Σπυρίδωνος, καθώς πήγαινε να παρακολουθήσει την κυριακάτικη θεία λειτουργία.

Ο τραγικός θάνατος του Καποδίστρια βύθισε σε θλίψη τον γεωργικό πληθυσμό ενώ αντίθετα στην Ύδρα δέχτηκαν την είδηση με πανηγυρισμούς.
Η δολοφονία του Καποδίστρια οργανώθηκε σύμφωνα με αρκετούς ιστορικούς από τη Μεγάλη Βρετανία και την Γαλλία. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο φάκελος για την δολοφονία του Καποδίστρια στα βρετανικά αρχεία παραμένει απόρρητος.
Ας έχουμε επίσης υπ’ όψη μας ότι, ως κυβερνήτης, ο Καποδίστριας αρνήθηκε να δεχθεί μισθό, όπως επίσης αρνήθηκε χρηματική αποζημίωση από τον Τσάρο για να μην κατηγορηθεί από τους αντιπάλους του για μεροληψία απέναντι στη Ρωσία, ενώ διέθεσε όλη του την περιουσία για τους σκοπούς της επανίδρυσης του κράτους.
ΟΙ ΔΟΛΟΦΟΝΟΙ ΤΟΥ ΙΩΑΝΝΗ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑ
Το δημοσίευμα που ακολουθεί αποτελεί απόσπασμα από το βιβλίο που έγραψε ο κ. Γ. Σκλαβούνος και επιμελήθηκε ο κ. Ανδρέας Καλογεράς με τίτλο «Μαρτυρίες και Γνώμες για τον Ιωάννη Καποδίστρια» και υπότιτλο: «Δελφούς της Οικουμένης ήθελε την Ελλάδα ο Ιωάννης Καποδίστριας».
. Μερικές σημαντικές μαρτυρίες για τη δολοφονία του Ι. Κ.
Όταν οι Βασιλείς, ο Μέτερνιχ και οι μυστικές υπηρεσίες της Ιεράς Συμμαχίας τον θεωρούν τη πηγή των επαναστατικών κινημάτων στην Ευρώπη, κάποιοι “ημέτεροι” επιμένουν να συντηρούν το κατεστημένο ιστορικό ψεύδος περί του Καποδίστρια ως εκφραστή της ‘πεφωτισμένης δεσποτείας’ και του Τσαρικού απολυταρχισμού.
.
Μαρτυρία του Αυγουστίνου Καποδίστρια (αδελφού του Κυβερνήτη που κατετέθη στον Φρειδερίκο Τιρς, Ιστορικό και μετέπειτα συμβούλου του Όθωνα και καθηγητού της Αρχαίας Ιστορίας Φιλολογίας στο Παν/μιο του Μονάχου.
Η Ελλάδα του Καποδίστρια, Τόμος Α’ σελ.105
Και ο κόμης Αυγουστίνος, που τον είδα μερικές φορές μετά το μοιραίο γεγονός, φώναξε: “Ναι κύριε, η Γαλλία και η Αγγλία είναι που δολοφόνησαν τον αδελφό μου”. Καθώς του δήλωνα ότι δε καταλάβαινα τίποτα από αυτά τα εκπληκτικά λόγια και ότι ίσως ήθελε να πει ότι ο αδελφός του είχε χαθεί εξ αιτίας της αντιδράσεως που υπετίθετο ότι την είχαν υποθάλψει αυτές οι δύο δυνάμεις, διαμαρτυρήθηκε εναντίον αυτής της ερμηνείας, διατύπωσε ακόμα μια φορά τη κατηγορία με τα ίδια λόγια και έφθασε μάλιστα να μου προτείνει να το γράψω στην αυλή της Βαβαρίας.
.
Επιβεβαίωση της συνεργασίας των Αγγλο-γάλλων με τους μέλλοντες δολοφόνους του Ι.Κ. καταθέτει ο Π. Χιώτης, ως ακολούθως:
“…Τας συμπράξεις και ραδιουργίας των συμπρακτόρων Άγγλων και Γάλλων μετ’ανταρτών του Καποδίστριου, ιδίοις οφθαλμοίς βλέποντες οι Επτανήσιοι, κατεβόων. Εν Κερκύρα δε τοσούτον εξήφθησαν κατά των κολάκων του Αρμοστού Άδαμ, όστις εκ του φανερού συνεκοινώνει με τους αντικαποδιστριακούς, ώστε τινάς αυτών ελιθοβόλησαν, και το φαρμακείον όπου συνηθροίζοντο, ήθέλησαν να καύσωσι.Τον δε Ζαίμην, Μπενιζέλον Ρούφον, και Μαυρομιχάλην εκ Πελοποννήσου έλθοντας εις Ζάκυνθον, ο κοινός λαός ελιθοβόλησεν, και ηνάγκασεν αυτούς ν’αναχωρήσωσι ταχύτερον, και σωθώσιν εις Ύδραν. Την πανταχού της Ελλάδος εξέγερσιν καθ εαυτών ιδόντες οι αντικαποδιστριακοί και την υπερίσχυσιν του Κυβερνήτου κατά την συγκαλουμένην αυνέλευσιν γνωρίσαντες , εσχεδίασαν να τον δολοφονήσωσι…”
Π. Χιώτης, Ιστορία του Ιονίου Κράτους, σελ.788
.
Ασφαλώς η δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια δεν υπήρξε αποτέλεσμα βρασμού ψυχής ή απλά αντεκδίκησης. Ο γνωστός μεγάλος ιστορικός της Επτανήσου (αλλά και κατά παραδοχήν του αγγλόφιλος) Παναγιώτης Χιώτης, αναγνωρίζει και καταγράφει τη προετοιμασία της δολοφονίας και τουλάχιστον μερικά από τα γενεσιουργά αίτια, τονίζοντας ότι οι αντιπολιτευόμενοι….
“…Φθονούντες δόξαν και σεβασμόν, απέφερεν ο κοινός λαός της Ελλάδος , ο διακηρύττων παντού αυτόν πατέρα και ευεργέτην, διέβαλλον και εσυκοφάντουν και προς λαόν, και προς ηγεμόνας πάσαν πράξιν του και διοίκησιν. Κατηγόρουν αυτόν ως φιλοδεσποτικόν και αφιλόμουσον, ότι παρεβίαζε το Ελληνικόν σύνταγμα, ότι διέφθειρε τας εκλογάς εις την συγκρότησιν της συνελεύσεως, ότι αυτοδεσπότως και δια των αδελφών αυτού και άλλων Επτανησίων εβούλετο να στηρίξει δυναστείαν και τυραννίαν επί του ελεύθερου λαού της Ελλάδος, ότι έκδοτος εις τα Ρωσσικά συμφέροντα, παραγγώνιζε τους επισήμους φίλους και σχετικούς αγωνιστές των άλλων Δυνάμεων, ότι απεστρέφετο τας εισηγήσεις των Πρέσβεων και των συμβουλίων, ότι ο Βιάρος και ο Γιαννατάς διοργάνωσαν δικαστήρια, ίανα αφαρπασωσι την περιουσίαν και πτωχύνουσι τους ευπορούντας και εξευτελίσαντες αυτούς να έχωσιν υποχειρίους εις τον δεσποτισμόν του Ρώσσου Καποδιστρίου. Εν τοσαύταις δε αναιδείαις και ύβρεσιν έφθασαν, ώστε εκάλουν δια της εφημερίδος αυτόν με Ηλιογάβαλον, τύραννον, διαφθορέα χρηστοηθείας και υποκριτήν. Άρπαγας δε και ταταχρηστάς τους αδελφούς αυτού και οικείους εκ των Επτανησίων….
Η ευθύτης όμως του ανδρός, και η επιδοκιμασία πάσης διοικητικής πράξεως παρά της συνελεύσεως και ο σεβασμός και η υπόληψις εν γένει παρ’ όλου του λαού της Ελλάδος και των εν αλλοδαπή ομογενών, κατέβαλον ως ιστόν αράχνης πάσαν κατηγορίας των αντιπολιτευομένων και αντίδρασιν. Διό εξεμάνησαν ούτοι οίτινες ενώ επερίμενον να ίδωσι τον Κυβερνήτην αποδιωγμένον εκ της εξουσίας υπό της συνελεύσεως, και επωνειδιζόμενον δια πολιτικήν πορείαν παρά ταις συμμάχοις Αυλαίς, είδον αυτόν ευφημούμενον ως σωτήρα και υποστηριζόμενον ως κηδεμόνα νέου ηγεμόνος. Ενώ δε εστοχάζετο ο Κυβερνήτης να μεταβή αυτοπροσώπως εις Λονδίνο και συνομιλήσει προς το εκεί συμβούλιον, ίνα εκπεραιωθώσι ταχύτερο ναι αγαθαί βουλαί των Δυνάμεων υπερ των Ελληνικών συμφερόντων, οι κορυφαίοι των αντιπολιτευομένων Μαυρομιχάλης, Μαυροκορδάτος, Ζαΐμης, προσκαλούμενοι να λάβωσι Γερουσιαστού θέσιν, παρητούντο και επορεύοντο εις Ύδραν, ίνα συνεργώσι μετά των λοιπών συναθροισθέντων αντιπάλων του Κυβερνήτου…”.
.
Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης επιβεβαιώνει τον Αυγουστίνο Καποδίστρια:
Ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης στα 1840 μολόγησε την Αλήθεια, λέγοντας στο Γιατροφιλόσοφο Πύρρο που κατηγόραγε τον Ιωάννη Καποδίστρια τούτα τα λόγια:
‘Δεν μετράς καλά φιλόσοφε… Ανάθεμα στους Αγγλογάλλους που ήσαν η αιτία κι εγώ έχασα τους δικούς μου, και το Έθνος έναν άνθρωπο που δε θα τονε μεταβρει και το αίμα του με παιδεύει ως τώρα…’
Βλαχογιάννης, “Ιστορική Ανθολογία”, σελ59
Επίσης βλέπε Διον. Κόκκινος, “Κανάρης”, σελ.415
. Από τους δολοφόνους (γιούς του Πετρόμπεη) ο Κωνσταντήν Μπέης όταν τον συνέλαβαν και λίγο πριν πεθάνει από τα τραύματά του, ζητώντας έλεος δηλώνει:
«Δεν φταίω εγώ στρατιώται, άλλοι μ’ έβαλαν»
Κασομούλης, Τόμος 3, σελ.440
. Ο άλλος εκ των δολοφόνων, ο Γ. Μαυρομιχάλης, αμέσως μετά την δολοφονία καταφεύγει στο σπίτι του αντι-πρεσβευτή της Γαλλίας Βαρώνου Ρουάν και δηλώνει:
«Σκοτώσαμε τον τύραννο. Μπιστευόμαστε στην τιμή της Γαλλίας. Να τα άρματά μας. Ο Ρουάν υπεσχέθη προστασίαν».
Κασομούλης, ως ανωτέρω.
.
. Πληρωμένοι οι εκτελεστές –δολοφόνοι του Ιωάννη Καποδίστρια
(Ένα καλά φυλαγμένο μυστικό)
Σε αντίθεση με το κυρίαρχο κατά συνθήκη ψεύδος ότι οι Μαυρομιχαλαίοι από εκδίκηση και πιστοί στα έθιμα της Μάνης, δολοφόνησαν τον Ι.Κ., η ιστορία μαρτυρεί το αντίθετο. Η χρηματική αμοιβή των δολοφόνων είχε πριν από τη δολοφονία διασφαλιστεί, όπως είχε διασφαλιστεί και από τους ξένους προστάτες, η προστασία τους.
Τα ίδια λέει, με τούτον εδώ το σύντομο τρόπο , κι ο Κολοκοτρώνης:
Τους εγύρισαν τα μυαλά, τάζοντές τους χιλιάδες τάλαρα και άλλα, και αν δεν επαρακινούντο αυτοί από μεγάλες υποσχέσεις, και να είναι βέβαιοι ότι θα γλιτώσουν, δεν το αποφάσιζαν ποτέ”.
.
Περί των εσωτερικών συνεργών και πρωτεργατών της δολοφονίας
(πέραν των ξένων ηθικών αυτουργών).
Την ενεργό και ηγετική ανάμειξη του Μαυροκορδάτου, ηγετικού στελέχους της αντι-Καποδιστριακής φατρίας στην προετοιμασία της δολοφονίας του πρώτου Κυβερνήτη της Νεώτερης Ελλάδος κατήγγειλε στην Ελληνική Βουλή, 26 Ιανουαρίου 1845 παρουσία του Μαυροκορδάτου, ο γνωστός οπλαρχηγός Γρίβας με τα ακόλουθα λόγια:
“Όποτες είτανε στην Ελλάδα αυτός ο Μαυροκορδάτος, την έφαγε. Όταν τον είδα πρωθυπουργό, ευτύς είπα πάει η πατρίδα. Κι έχει ακόμα πρόσωπο να’ρχεται μπροστά μας και να μας λέει τα παραμύθια της Χαλιμάς. Ποιός σκότωσε το Καποδίστρια παρ’ αυτός: Και θέλει να μιλάει ακόμα!” Δημ.Φωτιάδης “Όθωνας” εκδ. Μέλισσα, σελ.24 . Πηγή: ΕΝΩΜΕΝΗ ΕΛΛΑΔΑ . * Ως ημερομηνία θανάτου του Ιωάννη Καποδίστρια αναφέρεται και η 8η Οκτωβρίου 1831. Κατά τον Κωνσταντίνο Τσάτσο η 27η Σεπτεμβρίου 1831. Οι διαφορετικές ημερομηνίες προκύπτουν λόγω παλαιού και νέου ημερολογίου.
http://oikohouse.wordpress.com http://antexoume.wordpress.com

Το Ισλαμικό Κράτος και η ολιγωρία της Δύσης (του Σάββα Καλεντερίδη)

http://infognomonpolitics.blogspot.gr/2014/09/blog-post_951.html#.VCbylBbNnmd

Adnan Oktar’s vision of a Turkish-led Islamic Union - Κάτι μας θυμίζει...
Τελικώς, θα πρέπει να είναι κανείς πολύ ευκολόπιστος ή αφελής για να δεχτεί ότι μια ομάδα εκτελεστών και δολοφόνων, που δρα στο όνομα του... Αλλάχ, που διαπράττει γενοκτονίες και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας εναντίον των Ασσυρίων, των Γεζιντί και όλων όσοι αντιτίθενται στα σχέδιά τους για εγκαθίδρυση ισλαμικού χαλιφάτου σε περιοχές του Ιράκ και της Συρίας, και που θέτει σε κίνδυνο τον διαμελισμό τουλάχιστον δύο κρατών, απλά ξέφυγε από τον σχεδιασμό εκείνων που προγραμμάτισαν την επέμβαση στην περιοχή.


Επίσης, θα πρέπει να είναι τουλάχιστον αδαής κάποιος που βλέπει εδώ και δύο χρόνια τη σύμμαχο του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ Τουρκία να υποδέχεται στα αεροδρόμιά της χωρίς κανένα εμπόδιο και να φιλοξενεί σε ξενοδοχεία πέντε αστέρων τους τζιχαντιστές όλου του κόσμου, οι οποίοι στη συνέχεια, με συνοδεία των... αρμόδιων Αρχών, περνούσαν και συνεχίζουν να περνούν στο έδαφος της Συρίας, όπου εξοπλίζονται με οπλισμό που πέρασε εκεί από το τουρκικό έδαφος, εκπαιδεύονται για λίγες μέρες και στη συνέχεια εντάσσονται στις τάξεις των πολεμιστών του λεγόμενου Ισλαμικού Κράτους, για να μην αντιλαμβάνεται ότι όλα αυτά γίνονται υπό την εποπτεία και την έγκριση της Ουάσινγκτον και της Δύσης.
Φυσικά, με βάση τα παραπάνω και με βάση τους αποκεφαλισμούς υπηκόων των ΗΠΑ και άλλων χωρών της Δύσης από τους πολεμιστές του... Αλλάχ αλλά και τις απειλές του Ισλαμικού Κράτους προς τη Δύση, προκύπτει ένα ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί.

Γιατί να δημιουργήσει ή να αφήσει να δημιουργηθεί ένα τέτοιας φύσης πρόβλημα η Δύση, ένα πρόβλημα που διαταράσσει την όποια σταθερότητα και την ασφάλεια σε μια ευρύτατη περιοχή μεταξύ Μεσοποταμίας και Μέσης Ανατολής, ενώ θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της Ευρώπης ακόμα και των ίδιων των ΗΠΑ;
Την απάντηση μπορεί να αναζητήσει κανείς στους βομβαρδισμούς που ξεκίνησαν πριν από μερικές εβδομάδες στην επικράτεια του Ιράκ και μόλις πριν από λίγες ημέρες στην επικράτεια της Συρίας, χωρίς να έχει προηγηθεί καμία απολύτως απόφαση του Συμβουλίου Ασφαλείας ή της Γ.Σ. του ΟΗΕ, όπως έγινε στην περίπτωση της Καταιγίδας της Ερήμου το 1991.

Η επέμβαση στο Ιράκ το 2003 έγινε με την ψευδή επίκληση των «χημικών» του Σαντάμ, τώρα η εκ νέου επέμβαση γίνεται με την επίκληση του υπαρκτού κινδύνου που συνιστά το Ισλαμικό Κράτος, το οποίο εξηγήσαμε παραπάνω πώς δημιουργήθηκε.
Η επέμβαση στη Συρία απετράπη ύστερα από σθεναρή αντίσταση και από το βέτο που έθεσαν αλλεπάλληλες φορές η Ρωσία και η Κίνα στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, ενώ τώρα τη βλέπουμε στις οθόνες των τηλεοράσεων, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική άδεια του ΟΗΕ, με την επίκληση και πάλι του κινδύνου που όντως συνιστά το Ισλαμικό Κράτος, που είναι εξοπλισμένο και με υπερσύγχρονα αμερικανικά όπλα, τα οποία έπεσαν στα χέρια των τζιχαντιστών λόγω της ολιγωρίας (;) που έδειξαν οι αμερικανικές υπηρεσίες, που τα παρέδωσαν στον ιρακινό στρατό, ο οποίος στην ουσία τα παρέδωσε στους τζιχαντιστές στη Μοσούλη και αλλού.

Επίσης, ένα θέμα που προξενεί εντύπωση και προβληματισμό είναι το γεγονός ότι την ίδια στιγμή η Δύση και μερικές αραβικές χώρες που συντάσσονται με αυτήν σε μια σειρά από ζητήματα, με κορυφαίο το θέμα της μεταφοράς φυσικού αερίου στις αγορές της Ευρώπης, νομιμοποιούν τον εγχείρημα των τζιχαντιστών, αναφερόμενοι συνεχώς σε Ισλαμικό Κράτος, λες και το έχουν ήδη νομιμοποιήσει.

Η κατάσταση στη Μεσοποταμία είναι εξαιρετικά κρίσιμη, αφού, εκτός των άλλων, βρίσκεται σε εξέλιξη η γενοκτονία που επιχειρούν οι τζιχαντιστές στα εδάφη που ελέγχουν, αφού είτε εκτελούν, αποκεφαλίζουν και σταυρώνουν είτε εκτοπίζουν από τα προαιώνια εδάφη τους τούς πιο παλιούς λαούς της περιοχής, που είναι οι Ασσύριοι, Κούρδοι Γεζιντί και μουσουλμάνοι και οι χριστιανοί ελληνορθόδοξοι Αραβες.
Κατά την άποψή μας οι από αέρος βομβαρδισμοί όχι μόνο δεν θα λύσουν, αλλά θα παγιώσουν το πρόβλημα, βάζοντας στην ουσία τα θεμέλια ενός κράτους που θα κατοικείται από Αραβες σουνίτες, το οποίο θα είναι σχεδόν απολύτως εξαρτημένο και ελεγχόμενο, αφού θα στερείται βασικών παραγωγικών δομών και δεν θα έχει διέξοδο στη θάλασσα.
Ομως ποιες θα είναι οι συνέπειες αυτής της κατάστασης και πώς θα επηρεαστούν τα σύνορα αλλά και οι ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή θα το εξετάσουμε στο άρθρο μας της Κυριακής.
Ες Κυριακήν τα σπουδαία λοιπόν.

Σάββας Καλεντερίδης
δημοκρατία

Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά, και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!

Recent Posts

Ετικέτες

Αρχειοθήκη ιστολογίου