«Κάθε φορά που τη θυμάμαι», διήγημα του Ελπιδοφόρου Ιντζέμπελη

https://diastixo.gr/logotexnikakeimena/pezografia/10576-log219
Τη δεκαετία του 1960 ζούσα σε ένα μικρό χωριό κοντά στο Καρπενήσι. Η μόνη διασκέδαση στο χωριό ήταν το καφενείο. Νέοι, γέροι στοιβάζονταν στις λιγοστές καρέκλες παίζοντας χαρτιά ή πίνοντας κανένα ρακί.
Διάλεγα την παρέα που έκανε συζητήσεις και που μιλούσε για τις αρχές του αιώνα. Μερικοί από αυτούς τους χωριανούς είχαν πάει στην Αμερική. Άλλοι έφτασαν στον προορισμό τους και άλλους τους γύρισαν πίσω. Ένας από τους μετανάστες που επέστρεψαν στο χωριό ήταν ο μπαρμπα-Ιωσήφ, ο οποίος συνήθιζε να μας αφηγείται για τις περιπέτειές του στο πέρασμα των χρόνων. Μιλούσε αργά, καθαρά, τονίζοντας την κάθε λέξη. Μας ταξίδευε σε χώρες μακρινές, σε πατρίδες που έψαχναν μετανάστες να τους εντάξουν στην κοινωνία τους. Ο μπαρμπα-Ιωσήφ είχε διαλέξει ως χώρο μετανάστευσης την Αμερική. Θα πήγαινε στη Νέα Υόρκη, όπου θα συναντούσε τον κουμπάρο του. Με πολύ κόπο μάζεψε το εισιτήριο της ατμοπλοϊκής εταιρείας που θα τον πήγαινε μετανάστη στην ήπειρο της οικονομικής ευημερίας. Τα ναύλα ήταν φθηνότερα αφού το πλοίο θα έκανε πλου και σε άλλα λιμάνια της Βόρειας Αμερικής. Είχε προετοιμαστεί για εκείνο το ταξίδι και πίστευε ότι θα γλιτώσει από τη φτώχεια που περνούσε η χώρα μας τότε. Όταν έφτασε η μέρα, όλο το χωριό τον ξεπροβόδισε. Οι χωριανοί έκλαιγαν για τον ξενιτεμό του Ιωσήφ, ενώ παράλληλα χαίρονταν, επειδή ένας νέος θα ξέφευγε από τη μιζέρια της Ψωροκώσταινας. Τον αγκάλιαζαν και τον φιλούσαν, γιατί ήξεραν ότι δεν θα τον ξαναδούν. Εκείνος συγκινημένος κουνούσε το κεφάλι από συγκατάβαση σε αυτά που του έλεγαν. Τη στιγμή που ροβόλησε τον κατήφορο, είδε τη δημοσιά του χωριού ως μια πύλη που θα τον έβγαζε έξω από τα στενά πλαίσια του χωριού. Άνοιξε το βήμα και ούτε που γύρισε πίσω για να δει τους χωριανούς του.
Τις επόμενες μέρες έφτασε στον Πειραιά. Επιβιβάστηκε στο υπερωκεάνιο Πατρίς, που έμοιαζε γι’ αυτόν ένα τεράστιο ζώο που μούγκριζαν τα σωθικά του. Εμπορεύματα, άνθρωποι έμπαιναν μέσα και γέμιζαν το εσωτερικό του. Ύστερα από πολλές ώρες ακούστηκε ο βρυχηθμός του πλοίου. Θα ξεκινούσε για το μεγάλο ταξίδι. Θα ξόδευαν περίπου έναν μήνα για να φτάσουν στην Αμερική. Βολεύτηκε στην τρίτη θέση και έβαλε σε ένα μέρος το δισάκι του. Το βλέμμα του πλανήθηκε μέσα στον χώρο όπου ήταν κι άλλοι μετανάστες. Άνθρωποι ντυμένοι φτωχικά, ταλαιπωρημένοι από τη δουλειά, περίμεναν να συναντήσουν το όνειρο που θα έβρισκαν στην άλλη άκρη του Ατλαντικού. Δεύτερος βρυχηθμός και έκανε τον σταυρό του να φτάσει ακέραιος στον προορισμό του. Το πλοίο έσκιζε τα νερά και απομακρυνόταν από το λιμάνι. Συγγενείς κουνούσαν τα μαντίλια, νεαρές έκλαιγαν για την απώλεια της αγάπης τους. Τα κύματα άρχισαν να ακούγονται και να παφλάζουν πάνω στα πλευρά του πλοίου. Αυτό τον ήχο θα τον είχε συνοδό για όλο το υπόλοιπο του μακρινού ταξιδιού. Οι σκέψεις, η ανησυχία για το αύριο τον κούρασαν και με το που σφάλισε τα μάτια ένας βαθύς ύπνος τον επανέφερε στο χωριό. Είδε πάλι τους χωριανούς και είδε σε μια άκρη τη μητέρα να κλαίει για την απουσία του. Φαντάστηκε ότι είναι δίπλα στους χωριανούς και περνούσε τις ώρες του μαζί τους. Κάποιος θόρυβος τον ξύπνησε. Άνοιξε τα μάτια και είδε τους επιβάτες να είναι και αυτοί ξαπλωμένοι στο κατάστρωμα. Τον πήρε πάλι ο ύπνος.
Οι μέρες δεν περνούσαν με τίποτα και ένιωθε να τον έχουν καθηλώσει σε μια αποθήκη δίχως αέρα με ασήμαντη τροφή για να ζήσει. Μια μέρα ρώτησε έναν ναύτη που του είπε ότι σε λίγες ημέρες θα προσεγγίσουν τα πρώτα λιμάνια προορισμού. «Αυτό», του είπε, «να το θυμηθείς γιατί εκείνη την ώρα που αποβιβάζουμε δεν θα μπορέσω να σε ειδοποιήσω». Το κράτησε στο μυαλό του, μα όταν έφτασε η ώρα δεν έκανε αυτό που έπρεπε. Οι ανακοινώσεις του λιμανιού ακούστηκαν σε ξένη γλώσσα και, αντί να βεβαιωθεί ότι είναι το σωστό λιμάνι, ετοιμάστηκε να αποβιβαστεί. Κάποιοι από τους επιβάτες τον μπέρδεψαν και τους ακολούθησε. Βγήκε έξω από το πλοίο ύστερα από είκοσι πέντε μέρες και κατέβηκε τη σκάλα της αποβάθρας. Πήρε μια θέση στο λιμάνι και χάθηκε μέσα στο πλήθος για να βρει τον κουμπάρο του, που θα τον φιλοξενούσε. Το πλοίο απομακρύνθηκε από το λιμάνι και εκείνος περίμενε από το πρωί που έφτασε μέχρι το απόγευμα, μέσα στο λιοπύρι. Χωρίς ελπίδα, έβλεπε ότι δεν θα ερχόταν κανείς να τον προϋπαντήσει. Τον έπιασε το παράπονο και άρχισε να κλαίει. Τα δάκρυα τον παρηγόρησαν, γιατί διαφορετικά θα έσκαγε από τη στενοχώρια του. Έπιασε το μέτωπο και αισθάνθηκε ότι έκαιγε. Νόμισε ότι έχει πυρετό και η απελπισία του έγινε μεγαλύτερη. Και ενώ κολυμπούσε χωρίς ελπίδα σαν ναυαγός στο πέλαγο, κάποιος τον χτύπησε στην πλάτη. Γύρισε πίσω και αντίκρισε τη μορφή ενός ασπρομάλλη. Κάτι του είπε σε μια παράξενη γλώσσα…
«Δεν καταλαβαίνω», απάντησε.
Τότε ο ασπρομάλλης χαμογέλασε και τον ρώτησε:
«Είσαι Έλληνας;»
«Ναι, είμαι!» απάντησε με χαρά ο Ιωσήφ.
«Ακολούθησέ με, νεαρέ!» τον πρόσταξε.
Πήγαν στις αποθήκες του λιμανιού και του είπε να καθίσει να ξαποστάσει. Μια ανακούφιση εμφανίστηκε στο πρόσωπο του Ιωσήφ. Κάτι πήγε να πει, μα τον πρόφτασε ο ασπρομάλλης.
«Ονομάζομαι Σταύρος Πολέμης», του είπε. «Εσύ;»
«Με λένε Ιωσήφ Μπέη», του απάντησε.
Ο Σταύρος Πολέμης του πρόσφερε ένα ρακί και έπειτα του είπε να του αφηγηθεί γιατί έφυγε από την πατρίδα του.
Ο Ιωσήφ έμοιαζε με χείμαρρο. Μιλούσε, κουνούσε τα χέρια και κάποια στιγμή σταμάτησε με την ολοκλήρωση της προσωπικής του ιστορίας. Τώρα έστρεψε το βλέμμα του στον Σταύρο. Εκείνος του χαμογέλασε και του είπε:
«Δεν είναι εδώ η Νέα Υόρκη. Ήρθες στο λιμάνι της Βαλτιμόρης. Θα σου πρότεινα όμως να μείνεις εδώ, γιατί δύσκολα θα βρεις δουλειά εκεί. Έρχονται στρατιές μεταναστών και είναι σίγουρο ότι δεν θα βρουν όλοι εργασία. Θα γίνεις βοηθός μου, θα φορτώνεις και θα ξεφορτώνεις εμπορεύματα στα πλοία. Η αποθήκη μου είναι σε αυτό το μέρος. Θέλεις να μείνεις;»
Ο Ιωσήφ χαμογέλασε και κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Από αύριο θα άρχιζε τη δουλειά. Με κόπο και με πολλή διάθεση, πέρασε το διάστημα του ενός χρόνου στην εργασία στο λιμάνι. Η γλώσσα του λύθηκε και μιλούσε την αργκό του λιμανιού. Μια ελπίδα φάνηκε στο πρόσωπό του. Μια μέρα τον κάλεσε στο γραφείο ο Σταύρος Πολέμης.
«Ιωσήφ», του είπε, «θα ήθελες να έρθεις να φας σπίτι μου σήμερα το βράδυ;»
«Μετά χαράς», απάντησε ο Ιωσήφ.
Το βράδυ στο τραπέζι κάθισε απέναντι στο αφεντικό και την κόρη του. Με το που αντίκρισε την Αγγέλικα, μαγεύτηκε από την παρουσία της. Τα χείλη της, το πρόσωπο, τα μάτια της εξέπεμπαν μια γλυκύτητα και μια ομορφιά που δεν είχε ξαναδεί. Την ερωτεύτηκε και έμοιαζε σαν μαγεμένος.
Την επόμενη μέρα τον κάλεσε πάλι στο γραφείο το αφεντικό.
«Επειδή είσαι καλός άνθρωπος, θέλω να γίνεις γαμπρός μου», του είπε.
Εκείνος σαν να τον χτύπησε κεραυνός κοκάλωσε. Ο Σταύρος Πολέμης το αντιλήφθηκε και τον ρώτησε:
«Δεν σ’ αρέσει;»
«Μα αυτό, κύριε Πολέμη, είναι το καλύτερο πράγμα για τη ζωή μου», του είπε με ταπεινότητα.
«Την άλλη εβδομάδα θα γίνουν οι αρραβώνες σας», πρότεινε.
Έτσι ο Ιωσήφ βρέθηκε δεσμευμένος με την Αγγέλικα. Με έναν άγγελο που τον αγάπησε από την πρώτη στιγμή. Πέρασε ένα διάστημα που ακροβατούσε ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Ήταν ευτυχισμένος, γιατί τον αγαπούσε μια εξαίσια κοπέλα.
Είχαν περάσει έξι μήνες όταν το αφεντικό του του ζήτησε να ορίσουν την ημερομηνία γάμου. Ο Ιωσήφ του είπε να ορίσει όποια ημερομηνία θέλει, αλλά πρώτα επιθυμούσε να κάνει ένα ταξίδι στην Ελλάδα για να συναντήσει την οικογένειά του και να γυρίσει πάλι πίσω για να γίνει ο γάμος.
Έφυγε το φθινόπωρο του 1912. Θυμόταν τον αποχαιρετισμό του στο πλοίο . Η Αγγέλικα να κλαίει και εκείνος να είναι ευτυχισμένος που βρήκε μια σύντροφο να τον λατρεύει. Από την αποβάθρα, η αγαπημένη του κουνούσε το μαντίλι και του έστελνε φιλιά για να τη θυμάται στην Ελλάδα. Τώρα το ταξίδι της επιστροφής ήταν παιχνίδι για τον Ιωσήφ.
Με το που έπιασε λιμάνι στον Πειραιά, έφυγε για το χωριό. Εκεί τον υποδέχτηκαν ως λαϊκό ήρωα. Στο καφενείο τον κέρασαν και του αφηγήθηκαν τα γεγονότα που έλαβαν χώρα κατά την απουσία του. Αυτά την πρώτη μέρα. Τη δεύτερη του είπαν ότι πλησιάζουν τα σύννεφα του πολέμου. Η Ελλάδα ήταν σε δύσκολη θέση. Από μέρα σε μέρα θα συνέβαιναν πολλά. Τα τελευταία λόγια βγήκαν αληθινά. Σε λίγες ημέρες συνέβησαν πολεμικές συγκρούσεις που οδήγησαν τη χώρα στα πρόθυρα του πολέμου. Ο κόσμος βυθίστηκε στην απελπισία. Ο Ιωσήφ προσπάθησε να βγάλει εισιτήριο να γυρίσει πίσω στην Αμερική. Μάταια. Είχε απαγορευτεί η έξοδός του από τα χωρικά ύδατα της Ελλάδας. Η πατρίδα τον χρειαζόταν.
Ακολούθησαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος και στο τέλος η εκστρατεία στη Μικρά Ασία. Ο Ιωσήφ όλα αυτά τα χρόνια υπηρετούσε ως λοχίας πάντοτε στην πρώτη γραμμή. Όποτε έπαιρνε ανάσα, στη μνήμη του ερχόταν η μορφή της Αγγέλικας. Της έγραψε γράμματα που δεν έφτασαν ποτέ. Η λογοκρισία που υπήρχε λόγω των πολέμων απαγόρευε να σταλούν τα γράμματα των στρατιωτών στο εξωτερικό. Αυτό όμως δεν το γνώριζε ο Ιωσήφ. Πίστευε ότι η αγαπημένη του θα γνώριζε τις δύσκολες καταστάσεις που ζούσε. Και με τη δύναμη αυτή συνέχισε να πολεμά για το μεγαλείο της πατρίδας.
Είχε περάσει μια δεκαετία που μαχόταν για την πατρίδα. Τώρα πολεμούσε στη Μικρά Ασία. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, έφυγε με τα στρατεύματα και έφτασε στον Πειραιά. Ύστερα από μήνες προσπάθησε να μαζέψει τα χρήματα για να βρει ένα εισιτήριο να ταξιδέψει στην Αμερική.
Τα βράδια την έβλεπε πάλι στα όνειρά του. Καθόταν δίπλα του και του χάιδευε το κεφάλι. Του έλεγε ότι τον περιμένει και ότι τον αγαπά. Τα ξημερώματα γινόταν λιώμα από το κρασί. Την επόμενη μέρα, ξανά τα ίδια. Η Αγγέλικα να του λέει ότι τον αγαπά. Σηκωνόταν από το κρεβάτι και έπαιρνε κατατόπι τα στενά σοκάκια του χωριού. Γύριζε σαν αδέσποτο σκυλί μόνος, χωρίς να έχει δίπλα τη μεγάλη αγάπη του. Ορκίστηκε να δουλέψει πολύ για να καταφέρει να μαζέψει τα χρήματα του εισιτηρίου. Και το κατάφερε. Ξημερώματα της πρώτης Οκτώβρη του 1923, έφυγε από το χωριό για τον Πειραιά.
Επιβιβάστηκε στο υπερωκεάνιο Βασιλεύς Αλέξανδρος, ένα από τα πιο σύγχρονα πλοία εκείνης της εποχής. Οι συνθήκες του ταξιδιού ήταν καλύτερες από αυτές που είχε πριν από δώδεκα χρόνια. Τις ημέρες που το καράβι διέπλεε τους ωκεανούς, ο Ιωσήφ είχε στο μυαλό του μόνο την αγαπημένη του. Γι’ αυτό περίμενε με αγωνία να φτάσει στο λιμάνι της αγάπης και του έρωτα. Τη Βαλτιμόρη. Όταν, ύστερα από πολλές ημέρες πλου αντίκρισε τη θέα του λιμανιού, δάκρυα γέμισαν τα μάτια του. Περίμενε να πλευρίσει το πλοίο στην αποβάθρα και σαν σίφουνας κατέβηκε στα σκαλιά κι άρχισε να τρέχει με κατεύθυνση την αποθήκη του Σταύρου Πολέμη. Έφτασε μπροστά στην είσοδο και παρατήρησε μια διαφορετική ταμπέλα. Διάβασε το όνομα και τα έχασε. Ήταν άλλο! Έπιασε το κεφάλι του. Κόντευε να σπάσει. Τον έπιασε πανικός. Του ήρθε να φωνάξει και να πέσει στη θάλασσα να πνιγεί. Μια φωνή τον συνέφερε. Είδε έναν νέο να του μιλά.
«Ποιον θέλεις;» τον ρώτησε.
«Τον Σταύρο Πολέμη».
«Ο Έλληνας πέθανε πριν από πέντε χρόνια. Το μαγαζί το έκλεισαν και η κόρη του έφυγε γι’ αλλού – μάθαμε ότι παντρεύτηκε έναν Σπανιόλο».
Ο Ιωσήφ σωριάστηκε χάμω. Έκλαιγε και φώναζε με πάθος το όνομά της. Ο φουκαράς νέος νόμισε ότι ο Έλληνας παλάβωσε. Τον άφησε μόνο του στην αποβάθρα να μείνει με συντροφιά τον απέραντο πόνο του, μια βαθιά πληγή που θα είχε για πάντα στη ζωή του.
Ο Ιωσήφ δεν παντρεύτηκε ποτέ και έζησε μόνος μέχρι τα βαθιά γεράματα στο μικρό μας χωριό. Μας αφηγούνταν το ταξίδι του και την εμπειρία του στην Αμερική και όταν έφτανε στο σημείο να διηγηθεί την ιστορία της όμορφης Αγγέλικας, τότε δάκρυα γέμιζαν τα μάτια του:
«Κάθε βράδυ έρχεται στον ύπνο μου και με χαϊδεύει στα μαλλιά. Με συντροφεύει στις δύσκολες στιγμές μου. Και όταν ξυπνώ, ανοίγω την πόρτα του μπαλκονιού, βγαίνω έξω, κοιτάζω πέρα μακριά και με πιάνει η απογοήτευση. Και μόνο που τη θυμάμαι, κλαίω…»

[Το εικαστικό που συνοδεύει το κείμενο προέρχεται από το Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ).]

Σχόλια