«Τους ανθρώπους τους αφήνω. Την ΑΕΚ όχι». Ο θρυλικός Κώστας Νεστορίδης στο Sport-Retro.gr

http://sport-retro.gr/tous-anthropous-tous-afino-tin-aek-oxi-o-thrilikos-kwstas-nestoridis-sto-sport-retro-gr/
«Γεια σας. Ξέρετε πού είναι η οδός Γρυπάρη;» Η ερώτηση του Sport-Retro.gr στους θαμώνες ενός καφενείου κάτω από την πολυσύχναστη οδό Δαβάκη στην Καλλιθέα.

Κοιτάζονται λίγο οι μπαρμπάδες, σκέφτονται… «Τι ψάχνετε;», η νέα ερώτηση που έπεσε στον απρόσμενο αυτό μεσημεριανό κύκλο ατόμων ανάμεσα σε παλιές πολυκατοικίες και μερικά μικρά μαγαζάκια.
Στο άκουσμα της φράσης «το πρακτορείο ΠΡΟ-ΠΟ του κ. Κώστα Νεστορίδη», οι 5-6 ηλικιωμένοι, ακόμα και ένας νεαρός περαστικός που άκουσε τη συζήτηση, μας έδειξαν προς την ίδια κατεύθυνση.
Όλοι στην Καλλιθέα γνωρίζουν τον θρυλικό άσο του Πανιωνίου, της ΑΕΚ και της Εθνικής, μα κυρίως όλοι τον αγαπούν και τον σέβονται.
Ο σεβαστός «Νέστορας» και η Σοφία, η συμπαθέστατη νύφη του στο ταμείο, υποδέχθηκαν τον Θοδωρή κι εμένα με ιδιαίτερη θέρμη, μας προσέφεραν καφέ και είχαν πάντα διάθεση για να βοηθήσουν σε όλα.
Το κατάστημα του Κώστα Νεστορίδη είναι γεμάτο από φωτογραφίες, λάβαρα, τιμητικές πλακέτες… «Ούτε τα μισά δεν είναι αυτά που βλέπετε. Ήρθε τις προάλλες ο γιος μου, τα μάζεψε και τα πήγε στο σπίτι», ενημέρωσε έπειτα από σχετική παρατήρησή μας για τη «διακόσμηση».
Ευγενέστατος και καλότροπος, παρά την ταλαιπωρία εξαιτίας ενός προβλήματος της συζύγου του, ο μέγας γκολτζής των δεκαετιών 1950 και 1960 μας συνόδευσε στο τραπέζι όπου θα γινόταν η συνέντευξη.

«Χόρτα και εφημερίδες στην κάλτσα της μάνας μου»

Γεννημένος στη Δράμα τον Μάρτιο του 1930, ο Κώστας Νεστορίδης αναφέρθηκε αρχικά στις ρίζες της προσφυγικής οικογενείας του και τα πρώτα δύσκολα χρόνια της ζωής του.
«Ο πατέρας μου είχε έναν γιατρό, ο οποίος βοήθησε την οικογένειά μου να διαφύγει από την Τουρκία και να περάσει στη Μακεδονία. Όταν ήρθαμε από τη Δράμα (σ.σ. Καλλιθέα), ήμουν 14 χρονών. Δεν είχαμε δουλειά, δεν είχαμε τίποτα. Είχαμε έναν γνωστό που μας πρότεινε να πάμε σε ένα χωριό, τη Σινώπη, που έμεναν μόνο πρόσφυγες και Πόντιοι, αλλά ανήκει στον νομό Πρέβεζας.
«Έρχεται η δασκάλα με μία βίτσα -βαράγαν άσχημα τότε- και μου ρίχνει. Από τα νεύρα μου της ρίχνω μια κλωτσιά και την πετάω κάτω. Σηκώθηκα κι έφυγα. Δεν ξαναπήγα σχολείο»
Μείναμε και δουλέψαμε για ενάμιση χρόνο. Εκεί υπήρχαν αρκετοί Ιταλοί στρατιώτες, οι οποίοι έπαιζαν μπάλα. Εγώ κατέβαινα και άφηνα τα ζώα. Με έβλεπαν οι Ιταλοί που κλώτσαγα και με το δεξί και με το αριστερό. Μου πήραν τα στοιχεία, ήθελαν να μάθω που μένω κ.τ.λ.
Εγώ έπαιζα εκεί με κάτι πάνινα. Έπαιρνα την κάλτσα της μάνας μου, έβαζα χόρτα, εφημερίδες και κλώτσαγα. Όταν ήμουν πολύ μικρός, κλώτσαγα μόνο με το δεξί, ώσπου αποφάσισα να δουλέψω και το αριστερό. Κλώτσαγα, κλώτσαγα, κλώτσαγα με το αριστερό, κάποια στιγμή το έκανα ίδιο».
Τελειώσαμε από εκεί μετά από ενάμιση χρόνο. Δουλέψαμε όλοι, ο πατέρας μου, η μάνα μου, η αδερφή μου, κατεβήκαμε, φέραμε τρόφιμα… Κάποια στιγμή, ήρθαν οι Ιταλοί και με γύρεψαν, τους είχα δώσει τη διεύθυνση. Μόλις το άκουσε η μάνα μου, τρελάθηκε. Δεν με άφηνε να πάω στην Ιταλία ούτε εκείνη ούτε ο πατέρας μου.
«Θα πας σχολείο», μου λένε. Πάω σχολείο. Ήταν ένας διευθυντής, ο Καρατζαφέρης και η γυναίκα του δασκάλα. Στο προαύλιο βρήκα μια μπάλα και κλώτσαγα. Έρχεται, λοιπόν, αυτή με μία βίτσα -βαράγαν άσχημα τότε- και μου ρίχνει. Από τα νεύρα μου της ρίχνω μια κλωτσιά και την πετάω κάτω. Σηκώθηκα κι έφυγα. Δεν ξαναπήγα σχολείο. Τότε, πήρα ένα κασελάκι κι έκανα τον λούστρο στην Ομόνοια, το Σύνταγμα…».
Η μαθητική ζωή του Κώστα Νεστορίδη υπήρξε τραυματική και σύντομη. Η μοίρα του δεν ήταν γραμμένη ούτε για γραμματιζούμενος ούτε για… Βασιλάκης Καΐλας της καθημερινότητας. Χωρίς αυτό να σημαίνει, όμως, ότι τα πρώτα χρόνια στο ποδόσφαιρο προμηνύονταν ρόδινα.
«Όταν έφτασα 14-15 ετών, έπαιζα μπάλα εδώ και με βλέπει ένας του Ολυμπιακού. Μαλεύρη τον έλεγαν, ένα μπακ παλιό. «Θα σε πάω στον Ολυμπιακό», μου λέει. Πάμε εκεί, έπαιζε η πρώτη ομάδα του Ολυμπιακού με τη δεύτερη. Με βάζουν κι εμένα. Μόλις με είδαν μετά από 10-15 λεπτά, με ρωτάνε «πώς σε λένε;» Πώς μου ήρθε εκείνη την ώρα και είπα το παρατσούκλι του αδερφού μου: Μπρίτζος Κωνσταντίνος.
Με βάζουν, λοιπόν, στην Ελλάδα Μοσχάτου για έναν χρόνο, επειδή ήμουν πολύ μικρός. Τους διέλυσα στα γκολ εκεί στους αγώνες της Β’ Κατηγορίας. Στο τελευταίο ματς που παίζαμε, νομίζω με τον Ιωνικό, ήρθαν από την επιτροπή και κοίταζαν για δελτία κ.τ.λ. «Νεστορίδης λέγεται», τους σφυρίζει κάποιος. Με πιάνει τότε ο Μινάρδος του Ολυμπιακού, το χαφ, και μου λέει «σκασ’ το φύγε, θα φας δυο χρόνια». Κι έφυγα.
Μετά ερχόντουσαν Παναθηναϊκοί, Ολυμπιακοί και από άλλες ομάδες για να με δουν. Οι γονείς μου, βέβαια, μου έλεγαν «αν πας σε ομάδα, αυτή θα είναι προσφυγική». Εδώ έμενε ο Κοτρίδης στη γωνία και ο Σωτηριάδης του Πανιωνίου, το σέντερ φορ. «Πιτσιρικά, έλα μαζί μας να κάνεις προπόνηση», μου φώναζε ο Κοτρίδης του Ολυμπιακού. «Πώς να κάνω;», απορούσα. «Παρέα θα μας κάνεις», μου απαντούσε.
Καθόμουν, λοιπόν, πίσω από τα γκολπόστ και όποτε ερχόταν η μπάλα την κλώτσαγα. Με βλέπει ο Ρουσσόπουλος (σ.σ. τότε προπονητής του Πανιωνίου) από την εξέδρα, κατεβαίνει και μου λέει «έλα εδώ ρε πιτσιρικά, θες να παίξεις;». Λέω «πώς δεν θέλω;». Μου απαντά «έλα μαζί μου».
Μετά από ένα τέταρτο που έπαιξα, με φωνάζουν, με ρωτάνε πάλι «πώς λέγεσαι;» κι εγώ απάντησα ξανά «Μπρίτζος Κωνσταντίνος». Πάλι το ίδιο όνομα έδωσα. Ύστερα, ο Κωστάρας (σ.σ. παίκτης του Πανιωνίου) και ο Κοτρίδης είπαν «Νεστορίδης λέγεται το παιδί». Ούτε ξέρω τι έγινε με το δελτίο μου.

«Η εφημερίδα γράφει ότι παίζεις στον Πανιώνιο!»

Τότε, ο Πανιώνιος έπαιζε με μία αυστριακή ομάδα. Μου λέει ένας πιτσιρικάς «ρε Νεστορίδη, η εφημερίδα γράφει ότι παίζεις στον Πανιώνιο, σε έχει 16άδα». Πήγαν και είπαν το όνομά μου εκεί, το άλλαξαν και έκαναν «Νεστορίδης» το «Μπρίτζος». Λέω «ας πάω».
Παίζω λίγο στο φιλικό, με είδαν οι Αυστριακοί και τους άρεσα, αλλά οι γονείς μου ανένδοτοι. Δεν ήθελαν να φύγω από κοντά τους. Μένω, λοιπόν, στον Πανιώνιο, βγαίνω πρώτος σκόρερ, πλακώνουν ξανά οι ομάδες… Η μάνα μου ήταν περίεργη. «Σε προσφυγική ομάδα θα πας», μου επαναλάμβανε.
Έρχεται τότε ο Σεβαστάκης, ο αντιπρόεδρος της ΑΕΚ με το κατάστημα παπουτσιών στο κέντρο της Αθήνας, και μου λέει: «Θα σου φτιάξω το σπίτι. Εάν υπογράψεις, φας δύο χρόνια τιμωρία (σ.σ. ο Πανιώνιος όχι μόνο δεν συναίνεσε, αλλά κατήγγειλε τη μεταγραφή του Νεστορίδη στην «Ένωση») και δεν φύγεις». Εμείς τότε μέναμε σε παράγκα».
Έπειτα από μια οκταετία και ένα πρωτάθλημα Αθηνών, το 1951, με τη φανέλα του συλλόγου της Νέας Σμύρνης, ο «Νέστορας» είχε πάρει την απόφαση να μεταπηδήσει στην κορυφαία, κατά γενική ομολογία, ομάδα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων. Παράλληλα, είχε και πρόταση για να γίνει… βαθμοφόρος!
«Με είχε βάλει τότε ο Πανιώνιος στην αεροπορία. Έπαιζα 7 χρόνια στο πρωτάθλημα του ΣΙΣΜ (σ.σ. πρωτάθλημα Ενόπλων). Τους είχα τρελάνει. Κάποια στιγμή έκαναν καταγγελία οι Ιταλοί στη στρατολογία μας, διότι έπαιζα 7 χρόνια χωρίς βαθμό. Μου πρότειναν τότε να υπογράψω άλλα 8 χρόνια ότι είμαι αξιωματικός και μου είπαν ότι θα πάρω σύνταξη στρατιωτικού. Εγώ δεν ήθελα να ταξιδεύω κάθε τρεις και λίγο. Τους είπα όχι.
Ωστόσο, μου έφτιαξαν το σπίτι, εγώ είχα δύο χρόνια τιμωρία, αλλά έπαιζα συνέχεια με την Εθνική Ενόπλων. Μόλις ήρθε η μέρα να παίξω, ανάσανε η ΑΕΚ. Έπαιζα, σκοτωνόμουν, κατέβαινα πίσω από τη σέντρα να πάρω την μπάλα, να τους περάσω και να βάλω γκολ.
Είχα τεχνική, ταχύτητα και έβρισκα δίχτυα. Ο Πανιώνιος ήταν μεγάλη σχολή. Έβγαλε τον Παπουλίδη, τον Καζαντζίδη και άλλους πολλούς τα επόμενα χρόνια. Μάζευε και παίκτες από όλη την Καλλιθέα.
Ο Κώστας Νεστορίδης έβαλε 228 γκολ σε 263 συμμετοχές με τη φανέλα της ΑΕΚ, αναδείχθηκε 5 διαδοχικές φορές πρώτος σκόρερ της Α’ Εθνικής, κατέκτησε 1 πρωτάθλημα (1963) και 1 Κύπελλο (1964). Επίσης, αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ στο Victorian State League της Αυστραλίας με 33 γκολ. Με τον Πανιώνιο σημείωσε 34 γκολ σε 82 συμμετοχές, ενώ με την Εθνική 3 γκολ σε 17 συμμετοχές

Στον Πύργο του Άιφελ για φωτογραφίες

Όταν έπαιξα το πρώτο μου ματς με την ΑΕΚ, οι φίλαθλοι ενθουσιάστηκαν. Εμένα δεν με ενδιέφερε το πρωτάθλημα κ.τ.λ., εγώ ήθελα να βάζω γκολ και να χαίρεται ο κόσμος. Πέταγα την μπάλα, εκείνη πήγαινε αλλού, εγώ γύριζα προς τη σέντρα, η μπάλα έπαιρνε φάλτσα και κατέληγε στα δίχτυα. Ήξερα από πριν την κατάληξή της και πανηγύριζα. Αυτά τους έκαναν μεγάλη εντύπωση. Βάραγα κόρνερ και πανηγύριζα πριν η μπάλα μπει γκολ. Ήξερα να βάζω ανάποδα φάλτσα.
Όλα αυτά με έκαναν αυτός που έγινα. Εγώ πιστεύω, δεν είναι εγωιστικό αυτό που θα πω, όταν είχα παίξει μπροστά σε χιλιάδες κόσμο (σ.σ. αγώνας της Εθνικής με τη Γαλλία) με αντιπάλους τους καλύτερους παίκτες του πλανήτη, τον Κοπά και τον Φοντέν, οι 15 δημοσιογράφοι από όλες τις χώρες διάλεξαν εμένα. Με πήγαν στον Πύργο του Άιφελ και τράβαγαν φωτογραφίες.
«Δεν φεύγεις μπας και πάρουμε κανα φράγκο; Βάζεις γκολ και δεν παίρνουμε λεφτά που μας τάζουν»
Όταν επέστρεψα από τη Γαλλία, όλος ο δρόμος αυτός ήταν πλημμυρισμένος από κόσμο. Δεν ήξερα πώς να μπω στο σπίτι. Με σήκωσαν στα χέρια, με πήγαιναν από δω, με πήγαιναν από κει… Ο κόσμος αυτός δεν είχε δει το είδος του ποδοσφαίρου που παίζω εγώ. Έπαιζα για να χαίρονται οι φίλαθλοι. Γι’ αυτό βλέπεις ότι έχουν περάσει 50 χρόνια και δεν υπάρχει άνθρωπος που να μην με γνωρίζει. Όπου κι αν πάω, και σε χωριό ακόμα, ένας να με δει… το έμαθε όλο το χωριό».
Το πρωτάθλημα του 1963 και το Κύπελλο του 1964 ήταν οι μοναδικοί τίτλοι του «Νέστορα» με τη φανέλα της ΑΕΚ. Ελάχιστοι αν σκεφτεί κανείς την αξία του, συνεπώς δεν θα μπορούσε να μην ερωτηθεί αν θεωρεί αδικημένη την τότε «φουρνιά».
«Όχι. Όχι. Δεν είμαι εγωιστής. Χωρίς να κατηγορήσω κανέναν, όλοι με βοηθούσαν, αλλά εμένα το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να βλέπω την μπάλα να μπαίνει στα δίχτυα. Δεν πα’ να ήταν η Μικτή Κόσμου, εγώ δεν είχα πρόβλημα».
Πράγματι, οι αριθμοί μαρτυρούν ότι δεν είχε πρόβλημα, αφού αναδείχθηκε πέντε φορές πρώτος σκόρερ της Α’ Εθνικής: το 1959 (21 γκολ), το 1960 (33 γκολ), το 1961 (27 γκολ), το 1962 (29 γκολ) και το 1963 (24 γκολ). Τον Δεκέμβριο του 1965, όμως, ο 35χρονος Νεστορίδης αποχώρησε από την ΑΕΚ, πήρε την οικογένειά του και πήγαν στην Αυστραλία.
«Οι συμπαίκτες μου στην ΑΕΚ μου έλεγαν «δεν φεύγεις μπας και πάρουμε κανα φράγκο, βάζεις γκολ και δεν παίρνουμε λεφτά που μας τάζουν». Αυτά μου τα έλεγε ένας παίκτης, ένας χαφ, που είχε θέση… Τέλος πάντων, δεν λέμε όνομα. Λέω «αν είναι έτσι, φεύγω».
Ήταν ένα ματς με την Προοδευτική στον Πειραιά, παίρνω τη γυναίκα και τα δυο μου παιδιά, τους βάζω στο καράβι και τους λέω «μόλις τελειώσει το παιχνίδι, θα έρθω μέσα». Το καράβι έφευγε αργά. Υπήρχε κόσμος από κάτω, με παρακάλαγαν να μείνω, τέλος πάντων φεύγω και πάω στην Ελλάς Μελβούρνης. Έβαζα συνεχώς γκολ. Μου στέλνουν ακόμα εφημερίδες που γράφουν για μένα.
Σε ένα ματς μου είπαν να χάσω για να σωθεί ο Μέγας Αλέξανδρος Μελβούρνης. Πολιτικοί λόγοι. Έρχονται, με βλέπουν, ήρθαν ο Καραφέσκος, ο Σιμιγδαλάς, λέω «σοβαρά μιλάτε». Βάζω τέσσερα γκολ. Στην αρχή μου είπαν να μην γυρίσω στην Ελλάδα, αλλά στο τελευταίο παιχνίδι νικήσαμε και έτσι βοήθησα τον Μέγα Αλέξανδρο να σωθεί. Βγήκα πρώτος σκόρερ, πήραμε το πρωτάθλημα και γύρισα. Κανονικά, δεν έπρεπε να γυρίσω. Ήταν η ωραιότερη χώρα. Έχω ταξιδέψει σε τόσα μέρη, μου άρεσε περισσότερο απ’ όλα».
Η επόμενη ερώτηση δεν ήταν τόσο χαρούμενη, αφού του ζητήθηκε ένα σχόλιο για τους Μίλτο Παπαποστόλου και Γιώργο Πετρίδη, αμφότεροι συμπαίκτες του στην ΑΕΚ που απεβίωσαν την ίδια ημέρα (2 Φεβρουαρίου).
«Ο Παπαποστόλου ήταν ένα από τα καλύτερα παιδιά που έβγαλε το ελληνικό ποδόσφαιρο. Δεν θα πω τι ποδοσφαιριστής ήταν ή τι προσόντα είχε. Θα πω ότι ήταν το καλύτερο παιδί που έβγαλε η ΑΕΚ. Τον αγαπούσαν όλοι. Ήταν αδερφός μου. Εμένα με λάτρευε. Όσο για τον Πετρίδη, κι αυτό καλό παιδί, αλλά δεν είχαμε μεγάλες σχέσεις. Ο Παπαποστόλου ήταν πολύ της τεχνικής, ενώ ο Πετρίδης πιο τσαμπουκάς. Ο Παπαποστόλου με βοηθούσε πολύ. Μετά έγινε και προπονητής στην Εθνική».
Τότε, ενθυμούμενοι ότι πρόσφατα χάθηκε και ένας εξαίρετος αντίπαλος, ο Βαγγέλης Πανάκης του Παναθηναϊκού, ο «Νέστορας» δεν αρνήθηκε να αναφερθεί σχετικά.
«Άστα, αυτός ήταν… Ότι ήταν ο Παπαποστόλου στην ΑΕΚ, ήταν κι αυτός στον Παναθηναϊκό. Το καλύτερο παιδί στον Παναθηναϊκό ήταν. Και καλός παίκτης και όλα τα είχε. Αυτόν τον παίκτη τον λυπηθήκαμε όλοι μας. Έκλαψαν όλοι. Και αντίπαλοι και συμπαίκτες. Δεν συγκρινόταν με κανέναν».
Ποιοι, όμως, ήταν οι κορυφαίοι συμπαίκτες και αντίπαλοι, κατά τον 86χρονο θρύλο…
«Ο Δομάζος σκιζόταν για την ομάδα του τον Παναθηναϊκό, ο Σιδέρης, ο Υφαντής, ο Θεοδωρίδης για τον Ολυμπιακό. Όσον αφορά στην ΑΕΚ, ο Παπαϊωάννου. Έκανα θυσίες για να γίνει αυτός που έγινε, το λέει και ο ίδιος. Είχε μόνο κεφάλι, εγώ του έδειχνα πώς να βάζει το πόδι του κ.τ.λ. Και χαλάλι του γιατί είναι κι αυτό πολύ καλό παιδί. Βέβαια, δεν κάνει παρέα με κανέναν, στο σπίτι του κάθεται, είναι ήρεμος».

«Τους ανθρώπους τους αφήνω, την ΑΕΚ όχι»

Ο Κώστας Νεστορίδης υπήρξε ένας τεράστιος παίκτης, όμως το καλοσυνάτο βλέμμα και το ήθος του αξίζουν όσο… δέκα «Χρυσές Μπάλες». Μόλις πριν από λίγες ημέρες, στην εκδήλωση «60 χρόνια Εθνική Ελλάδας» από τον Γαλανόλευκο Φάρο και τον δήμο Ελληνικού-Αργυρούπολης, δεν κατάφερε να κρύψει τη συγκίνησή του.
«Όταν βγήκα να πω δυο λόγια, δάκρυσα, είπα «χίλια συγγνώμη» και κατέβηκα. Μέχρι εκεί έχω φτάσει. Όταν βλέπω έναν κόσμο να με λατρεύει, με πιάνει συγκίνηση. Και όταν συγκινούμαι, δεν μπορώ να μιλήσω. Πραγματικά, (σ.σ. σε εκείνο το χρονικό σημείο επανέλαβε πιο δυνατά την τελευταία φράση και χτύπησε ρυθμικά τη γροθιά του στο τραπέζι) δεν μπορώ να μιλήσω».
Το φινάλε της συνέντευξης αφιερώθηκε στην τωρινή ΑΕΚ και ο πρώτος δεινός γκολτζής της στην Α’ Εθνική, πριν από τους Μίμη Παπαϊωάννου, Θωμά Μαύρο, Ντούσαν Μπάγεβιτς, Βασίλη Δημητριάδη, Ντέμη Νικολαΐδη, ήταν ξεκάθαρος.
«Την ΑΕΚ δεν την αφήνω. Τους ανθρώπους τους αφήνω. Την ΑΕΚ δεν την αφήνω. Δεν χάνω αγώνα. Θα είμαι πρώτος μέσα στο γήπεδο. Άλλο η ομάδα, άλλο οι φίλαθλοι, άλλο η διοίκηση. Εγώ είμαι με την ομάδα!»
Όσο ο Θοδωρής τακτοποιούσε τις κάμερες, τα μικρόφωνα και τα υπόλοιπα «εργαλεία της δουλειάς», ο κ. Νεστορίδης μας ενημέρωνε ότι είχε γίνει αρκετές φορές στόχος ληστών. «Ο μοναδικός που μου έστειλε χρήματα για να με βοηθήσει ξέρεις ποιος ήταν; Ο Γιώργος Σιδέρης! Ένας αντίπαλος δηλαδή».
Η συζήτηση έγινε πιο πρόσχαρη λίγες στιγμές αργότερα, όταν το μάτι του έπεσε στο βραβείο που του απονεμήθηκε μόλις το προηγούμενο βράδυ στην εκδήλωση για την Εθνική ομάδα. Ένα από τα δεκάδες που κοσμούν το κατάστημα ή το σπίτι του.
Κι όμως, αυτός ο άνθρωπος δεν στέκεται ούτε στις πλακέτες ούτε τα εκατοντάδες γκολ ούτε τις αγωνιστικές επιτυχίες. Την αγάπη του κόσμου ήθελε από την πρώτη στιγμή και αυτή απολαμβάνει περισσότερο από όλα.
Ο Κώστας Νεστορίδης, ο λαϊκός αυτός άνθρωπος με τη μεγάλη καρδιά, μας ξεπροβόδισε, μας ακολούθησε έξω βγαίνοντας τελευταίος από ευγένεια και μας προσκάλεσε για κρασάκι χωρίς τις κάμερες και τα μικρόφωνα. Ναι, πάλι συγκινημένος ήταν. Και αυθεντικός…
Συνέντευξη: Μάνος Ανδρουλάκης
Παραγωγή: Θοδωρής Κότσικας

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις